Ηδονοβλεψία

Ηδονοβλεψία
Ταξινόμηση και εξωτερικές πηγές
Ταξινόμηση ICD-10 F65.3
Ταξινόμηση ICD-9 302.82

Η ηδονοβλεψία (ανεπίσημα: μπανιστήρι) είναι μια μορφή σεξουαλική διέγερσης, η οποία επιτυγχάνεται όταν κάποιος κατασκοπεύει άλλους ανθρώπους τη στιγμή της σεξουαλικής συνεύρεσης, ή ακόμα κι όταν το άτομο που κατασκοπεύεται/παρακολουθείται (κρυφά), γδύνεται και, γενικότερα, οτιδήποτε κάνει το οποίο θεωρείται προσωπικής φύσης.[1] Αυτός που αρέσκεται στην ηδονοβλεψία ονομάζεται ηδονοβλεψίας, ενώ υπάρχουν και τα ανεπίσημα «μπανιστιρτζής» και «ματάκιας». Η ηδονοβλεψία περισσότερο είναι μία ψυχολογική διαταραχή παρά μία παρααφυλία.[2] Έρευνες έχουν δείξει ότι οι άντρες είναι πιο επιρρεπείς, από τις γυναίκες, στην ηδονοβλεψία.[3]

Η λέξη προέρχεται από τη λέξη «ηδονή» και το «βλέπω». Στα αγγλικά η αντίστοιχη λέξη είναι το voyeurism, το οποίο προέρχεται από το γαλλικό voir, το οποίο σημαίνει βλέπω. Βάσει της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Ένωσης, η ηδονοβλεψία έχει το μοτίβο των παραφιλιών, ειδικότερα αν το άτομο που έχει τη φαντασίωση νιώθει αγωνία ή έχει διαπροσωπικές δυσκολίες.[4] Γενικά, η ηδονοβλεψία, περιγράφεται ως μία διατάραξη της σεξουαλικής προτίμησης στο ICD-10.[5] Η ηδονοβλεψία, δεν έχει σχέση με την πιθανή σεξουαλική διέγερση, όταν το άτομο απλά βλέπει ένα σώμα γυμνό ή μία σεξουαλική πράξη.[6]

Για να υπάρξει διάγνωση, το άτομο θα πρέπει να παρακολουθεί ανυποψίαστους ανθρώπους (κυρίως αγνώστους) που κάνουν σεξ ή γδύνονται. Αν το άτομο, για ένα περίπου εξάμηνο, επιδιώκει να "κατασκοπεύσει" τότε μπορεί να υπάρξει διάγνωση. Τα ανήλικα άτομα δεν μπορούν να διαγνωσθούν.[7] Τεχνικές τις ηδονοβλεψίας, πέρα από το άτομο να παρακολουθεί, θα μπορούσε να είναι μία μικρή κάμερα, που καταγράφει κάποια σεξουαλικό γεγονός. Η μη συναινετική παρακολούθηση/κατασκόπευση, θεωρείται μορφή σεξουαλικής παρενόχλησης.[8][9][10] Γενικά, η ηδονοβλεψία δεν αποτελεί έγκλημα στο Κοινό Δίκαιο. Παρόλα αυτά, μερικές χώρες την κατατάσσουν ως σεξουαλικό έγκλημα, όπως για παράδειγμα στο Ηνωμένο Βασίλειο.[11] Η ηδονοβλεψία, γενικότερα, έχει υπάρξει αντικείμενο πολλών μορφών τέχνης, όπως η ζωγραφική, ο κινηματογράφος και η λογοτεχνία.

Παραπομπές

  1. Hirschfeld, M. (1938). Sexual anomalies and perversions: Physical and psychological development, diagnosis and treatment (new and revised edition). London: Encyclopaedic Press.[Χρειάζεται σελίδα]
  2. Smith, R. Spencer (1976). «Voyeurism: A review of literature». Archives of Sexual Behavior 5 (6): 585–608. 10.1007/BF01541221. 795401. 
  3. Långström, Niklas; Seto, Michael C. (2006). «Exhibitionistic and Voyeuristic Behavior in a Swedish National Population Survey». Archives of Sexual Behavior 35 (4): 427–35. 10.1007/s10508-006-9042-6. 16900414. 
  4. «BehaveNet Clinical Capsule: Voyeurism». Behavenet.com. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2011-11-14. Ανακτήθηκε στις 2011-11-29. 
  5. «ICD-10». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2008-09-21. Ανακτήθηκε στις 2008-09-13. 
  6. Metzl, Jonathan M. (2004). «Voyeur Nation? Changing Definitions of Voyeurism, 1950–2004». Harvard Review of Psychiatry 12 (2): 127–31. 10.1080/10673220490447245. 15204808. 
  7. Staff, PsychCentral. «Voyeuristic Disorder Symptoms». PsychCentral. Ανακτήθηκε στις April 16, 2015. 
  8. «Sexual Violence: Definitions». CDC.gov. Ανακτήθηκε στις 17 October 2014. 
  9. «Child Sexual Abuse Fact Sheet: For Parents, Teachers, and Other Caregivers» (PDF). National Child Traumatic Stress Network. Ανακτήθηκε στις 17 October 2014. 
  10. «What Is Child Sexual Abuse?» (PDF). National Sexual Violence Resource Center. Ανακτήθηκε στις 17 October 2014. 
  11. Section 67 of the Sexual Offences Act 2003; brought into force by the Sexual Offences Act 2003 (Commencement) Order 2004
άλλες γλώσσες
العربية: شهوة التلصص
български: Воайорство
bosanski: Voajerizam
català: Voyeurisme
čeština: Voyeurismus
Cymraeg: Llygadu
dansk: Voyeurisme
Deutsch: Voyeurismus
emiliàn e rumagnòl: Guardòun
English: Voyeurism
Esperanto: Rigardismo
español: Voyerismo
eesti: Vuajerism
euskara: Voyeurismo
suomi: Voyeurismi
français: Voyeurisme
galego: Voyeurismo
עברית: מציצנות
hrvatski: Voajerizam
Bahasa Indonesia: Voyeurisme
íslenska: Gægjuhneigð
italiano: Voyeurismo
日本語: 窃視症
ქართული: ვუაიერიზმი
한국어: 관음증
lietuvių: Vojerizmas
Nederlands: Voyeurisme
polski: Oglądactwo
português: Voyeurismo
română: Voaiorism
русский: Вуайеризм
Scots: Voyeurism
srpskohrvatski / српскохрватски: Voajerizam
Simple English: Voyeurism
slovenčina: Voyeurizmus
српски / srpski: Воајеризам
svenska: Voyeurism
Tagalog: Paninilip
Türkçe: Röntgencilik
українська: Вуайєризм
Tiếng Việt: Thị dâm
中文: 窺視症
粵語: 偷𥄫