Επιδημία

Ως επιδημία (επί + δήμος) ή λοιμός,[1] χαρακτηρίζονται οι εξάρσεις ασθενειών που εμφανίζονται σε έναν ανθρώπινο πληθυσμό και δεδομένη χρονική περίοδο, σε βαθμό μεγαλύτερο του αναμενόμενου.

Μπορεί να περιορίζεται γεωγραφικά σε ένα τόπο ή μια ολόκληρη χώρα. Στην περίπτωση που η επιδημία εξαπλωθεί και εκτός των γεωγραφικών ορίων μιας χώρας, ορίζεται ως πανδημία.

Παράγοντες επιδημιών

Όπως αναφέρουν οι Mark Woolhouse, Sylvia Gowtage-Sequeria και οι καθηγητές Andy Dobson και Akilesh Mishra οι παράγοντες για δημιουργία μιας επιδημίας είναι[2]:


άλλες γλώσσες
Afrikaans: Epidemie
العربية: وباء
azərbaycanca: Epidemiya
беларуская: Эпідэмія
беларуская (тарашкевіца)‎: Пошасьць
български: Епидемия
bosanski: Epidemija
català: Epidèmia
čeština: Epidemie
Чӑвашла: Эпидеми
dansk: Epidemi
Deutsch: Epidemie
English: Epidemic
Esperanto: Epidemio
español: Epidemia
eesti: Epideemia
euskara: Izurri
فارسی: همه‌گیری
suomi: Epidemia
français: Épidémie
Frysk: Epidemy
galego: Epidemia
हिन्दी: महामारी
hrvatski: Epidemija
Kreyòl ayisyen: Epidemik
magyar: Járvány
Հայերեն: Համաճարակ
interlingua: Epidemia
Bahasa Indonesia: Wabah
íslenska: Farsótt
italiano: Epidemia
日本語: 伝染病
Basa Jawa: Pandemi
한국어: 유행병
Кыргызча: Эпидемия
Latina: Epidemia
Limburgs: Epidemie
lietuvių: Epidemija
latviešu: Epidēmija
македонски: Епидемија
मराठी: प्लेग
Bahasa Melayu: Wabak
Plattdüütsch: Süük
Nederlands: Epidemie
norsk nynorsk: Epidemi
norsk: Epidemi
ਪੰਜਾਬੀ: ਵਬਾਅ
polski: Epidemia
português: Epidemia
Runa Simi: Unquy mast'akuy
română: Epidemie
русский: Эпидемия
русиньскый: Епідемія
sicilianu: Pidimìa
Scots: Epidemic
srpskohrvatski / српскохрватски: Epidemija
Simple English: Epidemic
slovenčina: Epidémia
slovenščina: Epidemija
shqip: Epidemia
српски / srpski: Епидемија
svenska: Epidemi
Kiswahili: Gonjwa
తెలుగు: మహమ్మారి
Tagalog: Salot
Türkçe: Salgın
татарча/tatarça: Эпидемия
українська: Епідемія
Tiếng Việt: Dịch bệnh
walon: Minêye
Winaray: Epidemya
ייִדיש: עפידעמיע
中文: 流行病