Εξαφάνιση (βιολογία)

Στη βιολογία και την οικολογία, με τον όρο εξαφάνιση εννοείται το τέλος ενός οργανισμού, ακόμη και ενός είδους. Ως στιγμή της εξαφάνισης ορίζεται ο θάνατος και του τελευταίου ατόμου του είδους, αν και είναι ιδιαίτερα πιθανό να έχει χαθεί η ικανότητα αναπαραγωγής πολύ πριν τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Ο καθορισμός στην πραγματικότητα είναι δύσκολος εξαιτίας της βιοποικιλότητας και συνήθως η συγκεκριμένη χρόνος προσδιορίζεται ανάστροφα στο απολιθωματικό αρχείο. Δεν είναι λίγες οι φορές κατά τις οποίες είδος που θεωρείτο εξαφανισμένο, παρατηρήθηκε στο απολιθωματικό αρχείο μετά από περίοδο μακράς απουσίας.


άλλες γλώσσες
Afrikaans: Uitsterwing
العربية: انقراض
مصرى: انقراض
asturianu: Estinción
azərbaycanca: Nəsil kəsilməsi
башҡортса: Юҡҡа сығыу
беларуская: Выміранне
български: Измиране
বাংলা: বিলুপ্তি
bosanski: Izumiranje
català: Extinció
čeština: Vymírání
Cymraeg: Difodiant
dansk: Udryddelse
Deutsch: Aussterben
English: Extinction
Esperanto: Formorto
español: Extinción
فارسی: انقراض
suomi: Sukupuutto
galego: Extinción
ગુજરાતી: વિલુપ્ત જાતિ
客家語/Hak-kâ-ngî: Chhie̍t-chúng
हिन्दी: विलुप्ति
hrvatski: Izumiranje
Kreyòl ayisyen: Ekstenksyon
magyar: Kihalás
Bahasa Indonesia: Kepunahan
íslenska: Útdauði
italiano: Estinzione
日本語: 絶滅
Basa Jawa: Spesies cures
ქართული: ამოწყდომა
қазақша: Қырылу
한국어: 절멸
kurdî: Nemabûyî
kernowek: Difeudhans
Latina: Exstinctio
lietuvių: Išnykimas
latviešu: Izmiršana
Bahasa Melayu: Kepupusan
မြန်မာဘာသာ: မျိုးသုဉ်းခြင်း
Nederlands: Uitsterven
norsk nynorsk: Utdøydde artar
norsk: Utryddelse
ਪੰਜਾਬੀ: ਲੋਪ
polski: Wymieranie
português: Extinção
Runa Simi: Rikch'aq wañuy
română: Extincție
русский: Вымирание
Scots: Extinction
srpskohrvatski / српскохрватски: Izumiranje
Simple English: Extinction
slovenščina: Izumrtje
Soomaaliga: Dabar Go'
српски / srpski: Изумирање
svenska: Utdöd
Tagalog: Ekstinsiyon
Türkçe: Soy tükenmesi
татарча/tatarça: Юкка чыгу
українська: Вимирання
اردو: معدومیت
Tiếng Việt: Tuyệt chủng
中文: 绝灭
Bân-lâm-gú: Bia̍t-choa̍t
粵語: 絕種