Ελέφαντας

Ελέφαντες
Χρονικό πλαίσιο απολιθωμάτων:
5–0Ma
Πλειόκαινο-Παρόν
Αφρικανικός ελέφαντας στο Εθνικό Πάρκο Μικούμι, στην Τανζανία
Αφρικανικός ελέφαντας στο Εθνικό Πάρκο Μικούμι, στην Τανζανία
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο:Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία:Χορδωτά (Chordata)
Υποσυνομοταξία:Σπονδυλωτά (Vertebrates)
Ομοταξία:Θηλαστικά (Mammalia)
Υπερτάξη:Αφροθήρια (Afrotheria)
Τάξη:Προβοσκιδοειδή (Provoscidea)
Οικογένεια:Ελεφαντίδες (Elephantidae)
Γκρέι, 18211
Γένη

Οι Ελέφαντες είναι μεγάλα θηλαστικά της οικογένειας των Ελεφαντιδών και της τάξεως των Προβοσκιδοειδών. Παραδοσιακώς, αναγνωρίζονται δύο είδη, ο αφρικανικός ελέφαντας (Loxodonta africana - Λοξόδοντα η αφρικανή) και ο ασιατικός ελέφαντας (Elephas maximus - Ελέφας ο μάξιμος), αν και ορισμένα στοιχεία δείχνουν ότι οι αφρικανικοί ελέφαντες της σαβάνας και οι αφρικανικοί ελέφαντες των δασών αποτελούν ξεχωριστά είδη (L. africana - Λ. αφρικανή και L. cyclotis - Λ. κύκλωτις αντιστοίχως). Οι ελέφαντες είναι διάσπαρτοι σε όλη την υποσαχάρια Αφρική, την νότια Ασία και την νοτιοανατολική Ασία. Οι Ελεφαντίδες είναι η μόνη επιζώσα οικογένεια της τάξεως των Προβοσκιδοειδών· άλλες, τώρα εξαφανισμένες, οικογένειες της τάξεως περιλαμβάνουν τα μαμούθ και τους μαστόδοντες. Οι αρσενικοί αφρικανικοί ελέφαντες είναι τα μεγαλύτερα επιζώντα χερσαία ζώα και μπορούν να φτάσουν σε ύψος τα 4 μέτρα και σε βάρος τα 7000 χιλιόγραμμα. Όλοι οι ελέφαντες έχουν πολλά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά εκ των οποίων το πλέον αξιοσημείωτο είναι μία μεγάλη προβοσκίδα, χρησιμοποιούμενη για πολλούς σκοπούς, ιδιαίτερα στην αναπνοή, στην ανύψωση του νερού και στην σύλληψη αντικειμένων. Οι κοπτήρες τους αναπτύσσονται σε χαυλιόδοντες, οι οποίοι εξυπηρετούν ως όπλα και ως εργαλεία για τη μετακίνηση αντικειμένων και το σκάψιμο. Τα μεγάλα πτερύγια των αυτιών των ελεφάντων βοηθούν στον έλεγχο της θερμοκρασίας του σώματός τους. Τα πόδια τους, που μοιάζουν με κίονες, μπορούν να φέρουν το μεγάλο τους βάρος. Οι αφρικανικοί ελέφαντες έχουν μεγαλύτερα αυτιά και κοίλη ράχη ενώ οι ασιατικοί ελέφαντες έχουν μικρότερα αυτιά και κυρτή ή επίπεδη ράχη.

Οι ελέφαντες είναι χορτοφάγοι και μπορούν να βρεθούν σε διάφορα ενδιαιτήματα όπως οι σαβάνες, τα δάση, οι έρημοι και τα τενάγη. Προτιμούν να μένουν κοντά σε νερό. Θεωρούνται ότι είναι βασικά είδη λόγω της επιδράσεώς τους στα περιβάλλοντά τους. Τα άλλα ζώα τείνουν να κρατούν αποστάσεις και οι θηρευτές όπως τα λιοντάρια, οι τίγρεις, οι ύαινες και οι άγριοι σκύλοι συνήθως στοχεύουν μόνο τους νεαρούς ελέφαντες. Τα θηλυκά τείνουν να ζουν σε οικογενειακές ομάδες, οι οποίες μπορούν να αποτελούνται από ένα θηλυκό με τα μικρά της ή αρκετά συγγενικά θηλυκά με τα μικρά τους. Οι ομάδες έχουν επικεφαλής ένα άτομο συνήθως το γηραιότερο θηλυκό. Οι ελέφαντες έχουν μία κοινωνία σχάσεως-συντήξεως στην οποία πολλαπλές οικογενειακές ομάδες ενώνονται για να κοινωνικοποιηθούν. Τα αρσενικά αφήνουν τις οικογενειακές τους ομάδες όταν φτάνουν στην εφηβεία και μπορεί να ζήσουν μόνα ή με άλλα αρσενικά. τα ενήλικα αρσενικά κυρίως αλληλεπιδρούν με τις οικογενειακές ομάδες, όταν ψάχνουν ζευγάρι και εισέρχονται σε μία κατάσταση αυξημένης τεστοστερόνης και επιθετικότητας γνωστή ως μαστ, η οποία τους βοηθά να αποκτήσουν κυριότητα και αναπαραγωγική επιτυχία. Τα μικρά είναι το κέντρο της προσοχής στις οικογενειακές ομάδες τους και βασίζονται στις μητέρες μέχρι το τρίτο έτος της ηλικίας τους. Οι ελέφαντες μπορούν να ζήσουν έως και 70 χρόνια στην φύση. Επικοινωνούν με αγγίγματα, οπτικά, οσμές και ήχους· οι ελέφαντες χρησιμοποιούν υποήχους και σεισμική επικοινωνία για μεγάλες αποστάσεις. Η νοημοσύνη των ελεφάντων έχει συγκριθεί με αυτή των πρωτευόντων και των κητωδών. Φαίνεται να έχουν αυτοεπίγνωση και δείχνουν ενσυναίσθηση για ετοιμοθάνατα ή νεκρά άτομα του είδους τους.

Οι αφρικανικοί ελέφαντες κατατάσσονται ως εύτρωτο είδος από την Διεθνή Ένωση Προστασίας της Φύσης (IUCN), ενώ ο ασιατικός ταξινομείται ως κινδυνέυον. Μία από τις μεγαλύτερες απειλές των πληθυσμών των ελεφάντων είναι το εμπόριο ελεφαντοδόντου, καθώς τα ζώα θηρεύονται λαθραίως για τους χαυλιόδοντές τους. Άλλες απειλές για τους αγρίους ελέφαντες περιλαμβάνουν την καταστροφή των ενδιαιτημάτων και τις συγκρούσεις με τους τοπικούς πληθυσμούς. Οι ελέφαντες χρησιμοποιούνται ως ζώα εργασίας στην Ασία. Στο παρελθόν χρησιμοποιούνταν στον πόλεμο· σήμερα, συχνά εκτίθενται σε ζωολογικούς κήπους και σε τσίρκα. Οι ελέφαντες είναι εξαιρετικά αναγνωρίσιμοι και εμφανίζονται στην τέχνη, την λαογραφία, την θρησκεία, την λογοτεχνία και τον λαϊκό πολιτισμό.

Ετυμολογία

Η λέξη "ελέφαντας" προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό ἐλέφας (γενική ἐλέφαντος ),[2] πιθανώς από μή ινδοευρωπαϊκή γλώσσα, όπως η Φοινικική.[3] Η λέξη μαρτυρείται στην Μυκηναϊκή ελληνική ωςe-re-pa και e-re-pa-to στην συλλαβική γραφή Γραμμική Β.[4][5]Όπως στην μηκυναϊκή ελληνική, ο Όμηρος χρησιμοποίησε την λέξη για να εννοήσει το ελεφαντόδοντο, αλλά μετά τον καιρό του Ηροδότου, αναφέρεται εξίσου και στο ζώο.[2]. Η λέξη πέρασε μέσω της λατινικής σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες (αγγλ. elephant, γαλλ. éléphant κλπ.). Στα Σουαχίλι οι ελέφαντες είναι γνωστοί ως Ndovu ή Tembo. Στα Σανσκριτικά οι ελέφαντες ονομάζονται hastin,[6] ενώ στα Χίντι είναι γνωστοί ως hāthī (हाथी).[7] Λοξόδοντα, η γενική ονομασία για τους αφρικανικούς ελέφαντες, είναι ελληνική.[8]

άλλες γλώσσες
Acèh: Gajah
Afrikaans: Olifant
Alemannisch: Elefant
አማርኛ: ዝሆን
aragonés: Elefant
العربية: فيل
مصرى: فيل
asturianu: Elefante
تۆرکجه: فیل
башҡортса: Фил
žemaitėška: Dromblīs
беларуская: Слон
беларуская (тарашкевіца)‎: Слон
български: Слон
Bahasa Banjar: Gajah
bamanankan: Sama
বাংলা: হাতি
བོད་ཡིག: གླང་ཆེན།
brezhoneg: Olifant
bosanski: Slon
буряад: Заан
català: Elefants
Mìng-dĕ̤ng-ngṳ̄: Chiông
Tsetsêhestâhese: Tsêhe'êseeséhe
کوردی: فیل
corsu: Elefante
čeština: Slon
Cymraeg: Eliffant
dansk: Elefanter
Thuɔŋjäŋ: Akɔ̈ɔ̈n
Zazaki: Fil
eʋegbe: Atiglinyi
English: Elephant
Esperanto: Elefanto
español: Elefante
eesti: Elevant
فارسی: فیل
suomi: Norsu
Võro: Elevant
føroyskt: Fílur
français: Éléphant
Gaeilge: Eilifint
Gagauz: Fillär
贛語:
Gàidhlig: Ailbhean
galego: Elefante
Avañe'ẽ: Tapi'itĩmbuku
ગુજરાતી: હાથી
Gaelg: Elefant
Hausa: Giwa
客家語/Hak-kâ-ngî: Siong
עברית: פיל (שבט)
हिन्दी: हाथी
Fiji Hindi: Haanthi
Kreyòl ayisyen: Elefan
Հայերեն: Փղեր
Bahasa Indonesia: Gajah
Ilokano: Elepante
ГӀалгӀай: Пил
íslenska: Fíll
日本語: ゾウ
la .lojban.: xanto
Basa Jawa: Gajah
ქართული: სპილოსებრნი
Kongo: Nzau
Gĩkũyũ: Njogu
қазақша: Пілдер
kalaallisut: Nagguaatsoq
ಕನ್ನಡ: ಆನೆ
한국어: 코끼리
कॉशुर / کٲشُر: ہوٚس
kurdî: Fîl
Latina: Elephas
лакку: Пил
лезги: Фил
Limburgs: Olifante
Ligure: Elefante
lingála: Nzɔku
lietuvių: Drambliai
latviešu: Ziloņi
Baso Minangkabau: Gajah
македонски: Слон
മലയാളം: ആന
монгол: Заан
मराठी: हत्ती
Bahasa Melayu: Gajah
эрзянь: Пил
Dorerin Naoero: Elephant
Nāhuatl: Elefante
Plattdüütsch: Elefant
नेपाली: हात्ती
नेपाल भाषा: किसि
Nederlands: Olifanten
norsk nynorsk: Elefant
norsk: Elefanter
Nouormand: Êléphant
Sesotho sa Leboa: Tlou
occitan: Elefant
ଓଡ଼ିଆ: ହାତୀ
ਪੰਜਾਬੀ: ਹਾਥੀ
Papiamentu: Olifanti
پنجابی: ہاتھی
پښتو: پيل
português: Elefante
română: Elefant
armãneashti: Elefandu
русский: Слон
русиньскый: Слон
Kinyarwanda: Inzovu
संस्कृतम्: गजः
sicilianu: Liafanti
Scots: Elephant
سنڌي: هاٿي
srpskohrvatski / српскохрватски: Slonovi
සිංහල: අලි
Simple English: Elephant
slovenščina: Sloni
Gagana Samoa: Elefane
chiShona: Nzou
Soomaaliga: Maroodi
shqip: Elefanti
српски / srpski: Слон
Sesotho: Tlou
Basa Sunda: Gajah
svenska: Elefant
Kiswahili: Ndovu
தமிழ்: யானை
ತುಳು: ಆನೆ
తెలుగు: ఏనుగు
ไทย: ช้าง
Türkçe: Fil
татарча/tatarça: Фил
удмурт: Слон
ئۇيغۇرچە / Uyghurche: پىل
українська: Слон
اردو: ہاتھی
Tshivenda: Nḓou
vepsän kel’: Elefant
Tiếng Việt: Voi
West-Vlams: Olifant
Winaray: Elepante
Wolof: Ñay
吴语:
хальмг: Зан
isiXhosa: Indlovu
ייִדיש: העלפאנד
Yorùbá: Erin
Vahcuengh: Duzciengh
中文:
文言:
粵語:
isiZulu: Indlovu