Εκκλησία

Η Εκκλησία αρχικά είχε την έννοια της συνέλευσης. Στην Αρχαία Αθήνα υπήρχε η Εκκλησία του δήμου, αντίστοιχη με την σπαρτιατική Απέλλα, όπου οι πολίτες, οι κάτοικοι της πόλης που είχαν πολιτικά δικαιώματα, συγκεντρώνονταν και έκαναν συνέλευση για να πάρουν αποφάσεις για την πόλη. Επίσης, στην αρχαιότητα ο όρος εκκλησία περιέγραφε την συνάθροιση του συνόλου του στρατού για να γίνει κάποια ανακοίνωση ή σύσκεψη. Στη συνέχεια με τον όρο εκκλησία περιγράφεται το σύνολο των χριστιανών.

Στα νεότερα χρόνια, ο όρος εκκλησία περιγράφει επίσης την αυτοκέφαλη εκκλησιαστική εξουσία που μπορεί να υπάρχει σε μία χώρα, βλέπε για παράδειγμα Εκκλησία της Ελλάδας, αλλά και τον χριστιανικό ναό. Ακόμη, με τον όρο εκκλησία περιγράφεται η εκκλησιαστική ακολουθία που τελείται σε ένα ναό.

Ετυμολογία

Η λέξη Eκκλησία έχει συνεχή χρήση στην ελληνική γλώσσα από την αρχαιότητα. Ετυμολογείται από το ρήμα εκ-καλώ, με χρήση του θέματος από το επίθετο έκκλητ-ος. Εκκαλώ σήμαινε προσκαλώ άτομα εκ (από) του συνόλου να σχηματίσουν ομάδα. Αποτέλεσμα αυτής της έκ-κλησης ο σχηματισμός σύναξης, συνέλευσης. Με τη λέξη Εκκλησία περιγράφεται τόσο η διαδικασία της συνέλευσης, όσο και το αποτέλεσμά της.[1]

άλλες γλώσσες
Ænglisc: Cirice
asturianu: Ilesia
भोजपुरी: चर्च (संस्था)
کوردی: کڵێسا
čeština: Církev
Чӑвашла: Чиркӳ
dansk: Kirken
emiliàn e rumagnòl: Ceṡa
Esperanto: Eklezio
فارسی: کلیسا
suomi: Kirkko
Gàidhlig: Eaglais
客家語/Hak-kâ-ngî: Kî-tuk Kau-fi
हिन्दी: कलीसिया
magyar: Egyház
հայերեն: Եկեղեցի
interlingua: Ecclesia
Bahasa Indonesia: Gereja
Ido: Kirko
íslenska: Kirkja
日本語: 教会
Basa Jawa: Gréja
한국어: 교회
Latina: Ecclesia
Baso Minangkabau: Gereja
кырык мары: Костёл
Mirandés: Eigreija
مازِرونی: کلیسا
Plattdüütsch: Kark (Organisation)
Nederlands: Kerk (instituut)
norsk nynorsk: Kyrkja
Ирон: Еклези
Piemontèis: Cesa
português: Igreja
sardu: Creja
sicilianu: Crèsia
srpskohrvatski / српскохрватски: Hrišćanska crkva
Simple English: Christian Church
slovenčina: Cirkev
slovenščina: Cerkev (organizacija)
српски / srpski: Хришћанска црква
svenska: Kyrkan
Kiswahili: Kanisa
Tagalog: Simbahan
татарча/tatarça: Xristian Çirkäwe
اردو: کلیسیا
中文: 教会
Bân-lâm-gú: Kàu-hōe
粵語: 教會
isiZulu: Isonto