Εθνικισμός

Η Ελευθερία (Liberty) οδηγώντας τον Λαό του Ευγενίου Ντελακρουά (1830, δείγμα της πρώϊμης δημοκρατικής φάσης κατά την ίδρυση του δημοκρατικού πατριωτισμού.)

O Εθνικισμός είναι ιδεολογία, η οποία επικεντρώνεται γύρω από την έννοια του Έθνους, έχοντας ως βασική παραδοχή την διχοτομία ανάμεσα σε «κατώτερα» και «ανώτερα» έθνη. Υπερασπίζεται την επιβολή των «ανώτερων» εθνών, στα «κατώτερα», όπως και την πλήρη κυριαρχία επάνω σε μια γεωγραφική περιοχή ιστορικής συνήθως σημασίας.[1]Σύμφωνα και με το Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, η έννοια του εθνικισμού, ορίζεται ως εξής: Ο εθνικισμός είναι η απόλυτη προσήλωση των ατόμων στο έθνος τους, η οποία φτάνει ως την περιφρόνηση και την εχθρότητα προς άλλα έθνη τα οποία θεωρεί κατώτερα (πρβ. Σοβινισμός). Έχει -μαζί με άλλες- μια βασική και ουσιαστική διαφορά από την έννοια «πατριωτισμός» σε τούτο: Ο πατριωτισμός, ορίζεται ως η αγάπη για την πατρίδα η οποία αναπτύσσεται χωρίς καμία διάθεση υποτίμησης ή περιφρόνησης άλλου έθνους (εθνισμός, πατριωτισμός), σε αντίθεση με τον εθνικισμό, ο οποίος δομείται στη βάση της θεώρησης «ανώτερο/κατώτερο έθνος».[2]

Ο Εθνικισμός στοχεύει στην διατήρηση και ενίσχυση της εθνικής ταυτότητας, βασισμενο επάνω σε χαρακτηριστικά όπως η κουλτούρα, γλώσσα, φυλή, θρησκεία και πίστη σε κοινούς πρόγονους.[3][4] Ο Εθνικισμός συχνά συνδέεται με ένα αίσθημα περιφάνειας για τα επιτεύγματα των προγόνων.[5]

H ιδέα του εθνικισμού γεννήθηκε στην περίοδο της Γαλλικής επανάστασης και επηρεάστηκε σε δημοκρατική κατεύθυνση, από τον Ζαν Ζακ Ρουσσώ. Ο εθνικισμός υπήρξε αρχικά, ένα πολιτικό δόγμα επαναστατικό και δημοκρατικό που αντανακλούσε την αντίληψη της γέννησης του γαλλικού έθνους/κράτους και την ιδέα πως οι υπήκοοι του στέμματος έπρεπε να γίνουν πολίτες της Γαλλίας.[6]Η λέξη Νation - έθνος χρησιμοποιήθηκε από τον 13 αι. και παράγεται από την λατινική λέξη nasci που σημαίνει γεννιέμαι. Σύμφωνα με την αρχική της χρήση υποδήλωνε την κοινή γενέτειρα μιας ομάδας ανθρώπων ή μια φυλετική ομάδα χωρίς όμως να έχει κάποια πολιτική σημασία. Μονάχα κατά τα τέλη του 18 αι. δέχθηκε μια πολιτική σημασία και οι υποστηρικτές ονομάστηκαν Εθνικιστές.[7] −Στον γραπτό λόγο χρησιμοποιήθηκε το 1789 από τον αντί - Ιακωβίνο Γάλλο ιερέα Augustin Barruel.

Από πολιτική άποψη, ο εθνικισμός αποτελεί κοινωνικό φαινόμενο η γέννηση του οποίου εντοπίζεται κατά το 18ο κυρίως αι. Τότε ο εθνικισμός και αναγνώριζε και αποδεχόταν τις εθνικές διαφορές και ιδιομορφίες ως βάση για τη σύσταση και λειτουργία των πολιτικών κοινοτήτων. Στα τέλη του 19ου αι. όμως, το κίνημα του εθνικισμού άρχισε να χάνει το φιλελεύθερο και διεθνιστικό του χαρακτήρα, και να γίνεται συντηρητικότερο ακόμη και αντιδραστικό.[8] Σύμφωνα με ορισμένους μελετητές ο εθνικισμός είναι «η επίκληση της εθνικής ταυτότητας σαν βάση για μαζική κινητοποίηση και δράση».[9]

Η σημερινή χρήση της λέξης Εθνικισμός αναφέρεται στον εθνικό ή θρησκευτικό εθνικισμό ή και στα δυο μαζί. Ωστόσο, οι πολιτικοί επιστήμονες τείνουν να ερευνούν ακραίες μορφές εθνικισμού που σχετίζονται με στρατιωτικά ή αποσχισματικά καθεστώτα.

Πίνακας περιεχομένων

άλλες γλώσσες
Afrikaans: Nasionalisme
Alemannisch: Nationalismus
አማርኛ: ብሔርተኝነት
aragonés: Nacionalismo
العربية: قومية
অসমীয়া: জাতীয়তাবাদ
asturianu: Nacionalismu
azərbaycanca: Millətçilik
башҡортса: Милләтселек
žemaitėška: Naciuonalėzmos
беларуская: Нацыяналізм
беларуская (тарашкевіца)‎: Нацыяналізм
български: Национализъм
brezhoneg: Broadelouriezh
bosanski: Nacionalizam
català: Nacionalisme
нохчийн: Национализм
čeština: Nacionalismus
Deutsch: Nationalismus
English: Nationalism
Esperanto: Naciismo
español: Nacionalismo
eesti: Rahvuslus
euskara: Nazionalismo
estremeñu: Nacionalismu
føroyskt: Nationalisma
français: Nationalisme
galego: Nacionalismo
עברית: לאומיות
हिन्दी: राष्ट्रवाद
Fiji Hindi: Rastryawaad
hrvatski: Nacionalizam
Bahasa Indonesia: Nasionalisme
Ilokano: Nasionalismo
italiano: Nazionalismo
Patois: Nashinalizim
Basa Jawa: Nasionalisme
қазақша: Ұлтшылдық
한국어: 내셔널리즘
къарачай-малкъар: Миллетчилик
Кыргызча: Улутчулдук
Ladino: Nasionalizmo
Lingua Franca Nova: Nasionalisme
Limburgs: Nationalisme
lumbaart: Naziunalism
lietuvių: Nacionalizmas
latviešu: Nacionālisms
македонски: Национализам
മലയാളം: ദേശീയത
Bahasa Melayu: Nasionalisme
Mirandés: Nacionalismo
မြန်မာဘာသာ: အမျိုးသားရေးဝါဒ
مازِرونی: ناسیونالیسم
नेपाल भाषा: राष्ट्रवाद
Nederlands: Nationalisme
norsk nynorsk: Nasjonalisme
occitan: Nacionalisme
ਪੰਜਾਬੀ: ਕੌਮਪ੍ਰਸਤੀ
polski: Nacjonalizm
Piemontèis: Nassionalism
پنجابی: نیشنلزم
português: Nacionalismo
rumantsch: Naziunalissem
română: Naționalism
русский: Национализм
русиньскый: Націоналізм
саха тыла: Национализм
sicilianu: Nazziunalismu
davvisámegiella: Nationalisma
srpskohrvatski / српскохрватски: Nacionalizam
Simple English: Nationalism
slovenčina: Nacionalizmus
slovenščina: Nacionalizem
српски / srpski: Национализам
svenska: Nationalism
Kiswahili: Utaifa
Türkçe: Milliyetçilik
татарча/tatarça: Милләтчелек
тыва дыл: Национализм
ئۇيغۇرچە / Uyghurche: مىللەتچىلىك
українська: Націоналізм
oʻzbekcha/ўзбекча: Millatchilik
Tiếng Việt: Chủ nghĩa dân tộc
Winaray: Nasyonalismó
吴语: 民族主义
მარგალური: ნაციონალიზმი
中文: 民族主義
Bân-lâm-gú: Bîn-cho̍k-chú-gī
粵語: 民族主義