Είδος (βιολογία)

The various levels of the scientific classification system.ΕίδοςΓένοςΟικογένειαΤάξηΟμοταξίαΣυνομοταξίαΒασίλειοΕπικράτειαΖωή

Magnify-clip.png
Η ιεραρχία των οκτώ κύριων ταξινομικών βαθμίδων στην Συστηματική ταξινόμηση. Ένα γένος περιλαμβάνει ένα ή περισσότερα είδη. Οι ενδιάμεσες βαθμίδες δεν συμπεριλαμβάνονται στο σχεδιάγραμμα .

Στην επιστήμη της βιολογίας, ο όρος είδος χαρακτηρίζει μία από τις βασικές μονάδες βιοποικιλότητας, δηλαδή ένα σύνολο οργανισμών, ζώων, φυτών ή μικροοργανισμών που μοιάζουν τόσο ώστε να μπορούν αυθόρμητα να προσδιορίζονται και να καταχωρούνται με το ίδιο όνομα. Το είδος αποτελεί την πρώτη βαθμίδα ταξινόμησης των εμβίων όντων. Ένα είδος ή και περισσότερα προσδιορίζουν ένα συγκεκριμένο ταξινομικό γένος. Γενικότερα, είδος ονομάζουμε την ομάδα οργανισμών οι οποίοι μπορούν να ζευγαρώσουν δίνοντας γόνιμους απογόνους. Ο ορισμός αυτός δουλεύει καλά σε ένα γενικό πλαίσιο, όμως αποδεικνύεται προβληματικός όταν εξεταστεί πιο προσεκτικά. Περιπτώσεις κατά τις οποίες ο ορισμός αυτός φαίνεται ανεπαρκής είναι ο υβριδισμός[1], τα μικροείδη[2], η απόμιξη[3][4], η κυκλική επικάλυψη[5], η παρθενογένεση [6]και οι αφυλετικοί οργανισμοί[7]. Επίσης προβληματικός αποδεικνύεται ο ορισμός κατά την εξέταση απολιθωμάτων, δεδομένου πως δεν μπορεί να εξεταστεί η αναπαραγωγή.

Διωνυμικό σύστημα

Στην επιστημονική κατάταξη των ειδών, ένα είδος αντιστοιχεί σε μια αντικειμενική ταξινομική υποδιαίρεση που προσδιορίζεται με ένα ελληνικής, η λατινικής προελεύσεως όνομα, το οποίο αποτελείται από δύο μέρη. Το Γένος αναγράφεται πρώτο (με το πρώτο γράμμα κεφαλαίο), ακολουθούμενο από εναν δεύτερο όρο. Για παράδειγμα, ο άνθρωπος ανήκει στο γένος Homo και στο είδος Homo sapiens. Το όνομα του είδους είναι ολόκληρο το διώνυμο, όχι μόνο ο δεύτερος όρος (ο οποίος ονομάζεται " χαρακτηριστικό επίθετο", για τα φυτά, ή " χαρακτηριστικό όνομα", για τα ζώα). Το διωνυμικό σύστημα το οποίο αργοτερα επισημοποιήθηκε στους κώδικες ονοματολογίας της βιολογίας που ακολουθείται σήμερα διεθνώς, είχε αρχικά καθιερωθεί από τον Κάρολο Λινναίο, την πρώτη δεκαετία του 18ου αιώνα, γνωστό ως "Ταξινομία του Λινναίου". Εκείνη την εποχή, επικρατούσε η βασική βιολογική θεωρία ότι τα είδη αντιπροσώπευαν ξεχωριστά δημιουργήματα του Θεού, και γι' αυτό θεωρούνταν σκόπιμα αυθεντικά και αμετάβλητα.

Από την στιγμή που εμφανίστηκε η θεωρία της εξέλιξης, η έννοια του είδους προκάλεσε τεράστιες αλλαγές στον τομέα της βιολογίας. Ωστόσο, δεν έχει επέλθει ακόμη ομοφωνία για τον προσδιορισμό της λέξης "είδος". Την πιο κοινά αποδεκτή διατύπωση του προσδιορισμού του "είδους" είχε εκφράσει πρώτος ο Ernst Mayr. Σύμφωνα με τον ορισμό του, είδος είναι "ομάδες ενδεχομένως ή στην πράξη διασταυρούμενων πληθυσμών οι οποίες είναι αναπαραγωγικά απομονωμένες από άλλες τέτοιες ομάδες". Ωστόσο, πολλές άλλες έννοιες χρησιμοποιούνται παράλληλα. Η έννοια του είδους δεν ταυτοποιεί όλα τα γενετικά χαρακτηριστικά εφόσον συχνά οι ενδοειδικές διαφορές ποσοστιαία υπερβαίνουν ακόμη και τον διαειδικό διαχωρισμό.

άλλες γλώσσες
Afrikaans: Spesie
Alemannisch: Art (Biologie)
aragonés: Especie
العربية: نوع (تصنيف)
asturianu: Especie
azərbaycanca: Bioloji növ
башҡортса: Төр (биология)
Boarisch: Oart (Biologie)
беларуская: Біялагічны від
беларуская (тарашкевіца)‎: Від (біялёгія)
български: Вид (биология)
भोजपुरी: प्रजाति
বাংলা: প্রজাতি
brezhoneg: Spesad
català: Espècie
کوردی: جۆرە
čeština: Druh
Чӑвашла: Тĕс (биологи)
Cymraeg: Rhywogaeth
dansk: Art
English: Species
Esperanto: Specio
español: Especie
euskara: Espezie
suomi: Laji
français: Espèce
Nordfriisk: Slach
Frysk: Soarte
Gaeilge: Speiceas
galego: Especie
Avañe'ẽ: Juehegua
Fiji Hindi: Species
hrvatski: Vrsta
hornjoserbsce: Družina (biologija)
Kreyòl ayisyen: Espès
magyar: Faj
interlingua: Specie
Bahasa Indonesia: Spesies
Ilokano: Sebbangan
ГӀалгӀай: Биологен кеп
italiano: Specie
日本語: 種 (分類学)
Patois: Spiishi
Basa Jawa: Spésies
ქართული: სახეობა
қазақша: Түр
ಕನ್ನಡ: ಜಾತಿ
한국어: 종 (생물학)
къарачай-малкъар: Биология тюрлю
kurdî: Cure
Кыргызча: Түр
Lëtzebuergesch: Aart
lumbaart: Spéce
lietuvių: Rūšis
latviešu: Suga
македонски: Вид (биологија)
മലയാളം: സ്പീഷീസ്
монгол: Зүйл
Bahasa Melayu: Spesies
Malti: Speċi
မြန်မာဘာသာ: မျိုးစိတ်
Napulitano: Specia
Plattdüütsch: Oort (Biologie)
नेपाल भाषा: प्रजाति
Nederlands: Soort
norsk nynorsk: Art
norsk: Art
ਪੰਜਾਬੀ: ਪ੍ਰਜਾਤੀ
Kapampangan: Species
Piemontèis: Spece
پنجابی: سپیشیز
português: Espécie
Runa Simi: Rikch'aq
русиньскый: Вид (біолоґія)
Scots: Species
srpskohrvatski / српскохрватски: Vrsta
Simple English: Species
slovenčina: Druh (taxonómia)
slovenščina: Vrsta (biologija)
shqip: Specia
српски / srpski: Врста (биологија)
Basa Sunda: Spésiés
svenska: Art
Kiswahili: Spishi
తెలుగు: జాతి
Türkmençe: Biologik görnüş
Tagalog: Espesye
Türkçe: Tür
татарча/tatarça: Төр (биология)
українська: Вид
اردو: نوع
oʻzbekcha/ўзбекча: Tur (biologiya)
vèneto: Spece
Tiếng Việt: Loài
West-Vlams: Sôorte
Winaray: Espesyis
吴语: 物种
მარგალური: გვარობა
ייִדיש: זגאל
中文: 种 (生物)
粵語: 物種