Διωνυμική ονοματολογία

Στη βιολογία, η διωνυμική ονοματολογία (Λατινικά: binominal = bis (δις) + nomen (όνομα)) είναι η επίσημη μέθοδος ονοματοδοσίας των ειδών. Αφού προτάθηκε η λογική του 'διώνυμου', τα επιστημονικά ονόματα των ειδών σχηματίζονται από το συνδυασμό δύο όρων: το όνομα του γένους και το όνομα του είδους. Στην περίπτωση που υπάρχει και τρίτη λέξη αυτή αποτελεί διευκρίνηση του υποείδους ή της ποικιλίας. Παρόλο που οι τελικές λεπτομέρειες μπορεί να διαφέρουν, υπάρχουν αδιαφιλονίκητες απόψεις που έχουν υιοθετηθεί διεθνώς:

  • Η επιστημονική ονομασία γράφεται πάντα με πλάγια γράμματα, π.χ. Homo sapiens (Άνθρωπος ο σοφός). Όταν είναι χειρόγραφη πρέπει να είναι υπογραμμισμένη.
  • Το πρώτο γράμμα του πρώτου όρου, δηλαδή του ονόματος του γένους, είναι κεφαλαίο ενώ ο δεύτερος όρος, το όνομα του είδους δηλαδή, γράφεται με πεζά. Παραδείγματα: Canis lupus - Κύων ο λύκος[1] (λύκος), Felis silvestris - Αίλουρος ο άγριος (αγριόγατα).
  • Το επιστημονικό όνομα πρέπει να γράφεται ολοκληρωμένο όταν αναφέρεται για πρώτη φορά. Στη συνέχεια μπορεί να γράφεται μόνον το αρχικό του γενικού ονόματος, για παράδειγμα το Canis lupus θα γίνει C. lupus. Σε σπάνιες περιπτώσεις γίνεται κοινή χρήση αυτής της μορφής συντομογραφίας, για παράδειγμα το βακτήριο Escherichia coli συχνά αναφέρεται απλώς ως E. coli.
  • Η συντομογραφία "sp." (ή "spec.") χρησιμοποιείται όταν το πραγματικό όνομα του είδους είναι άγνωστο: για παράδειγμα το Canis sp. δηλώνει "ένα είδος του γένους Canis". Η συντομογραφία "spp." (πληθυντικός) υποδηλώνει "αρκετά άγνωστα είδη" (ή μπορεί να εννοεί πολλά είδη του συγκεκριμένου γένους, χωρίς να χρειάζεται να αναφερθούν αναλυτικά στη συγκεκριμένη αναφορά).
  • Δίπλα από την ονομασία μετά από κόμμα γράφεται το όνομα του ερευνητή που περιέγραψε και κατέγραψε πρώτος το είδος ή το υποείδος και αμέσως μετά η χρονολογία καταγραφής: Canis lupus, Linnaeus, 1758
  • Η γραφή του ονόματος του ερευνητή μέσα σε παρένθεση υποδηλώνει ότι το παρόν γένος του είδους είναι διαφορετικό από το αρχικό: Canis lupus filchneri (Matschie, 1907)
  • Όταν η χρονολογία περιγραφής βρίσκεται μέσα σε αγκύλες υποδηλώνεται αβεβαιότητα γι'αυτήν: Pelophylax kurtmuelleri [Gayda, 1940]

Ιστορία

Τη χρήση της διωνυμικής ονοματολογίας την εισήγαγε ο Λινναίος το 1735 με το έργο του Systema Naturae

Από τις παλαιότερες προσπάθειες συστηματοποίησης της ταξινόμησης, ο Λινναίος επηρεάστηκε περισσότερο από τις εργασίες των Γκασπάρ Μπάουχιν (Gaspard Bauhin, 1560-1624), Τζων Ραίη (John Ray, 1627–1705) και Ζοζέφ Πιτόν ντε Τουρνεφόρ (Joseph Pitton de Tournefort, 1656—1708). Ο Ελβετός Μπάουχιν ήταν ο πρώτος που εισήγαγε τη διάκριση του γένους και του είδους στη βοτανική και δημιούργησε μ' αυτόν τον τρόπο μία δυαδική ονοματολογία. Ο Άγγλος Τζων Ραίη εισήγαγε ένα πιο περιεκτικό σύστημα ταξινόμησης και μια νέα έννοια του είδους. Και ο Γάλλος βοτανολόγος Τουρνεφόρ δημιούργησε ένα σύστημα ταξινόμησης φυτών με ακριβείς ορισμούς των γενών.

άλλες γλώσσες
Afrikaans: Binomiale naam
العربية: تسمية ثنائية
مصرى: اسم علمى
asturianu: Nome binomial
azərbaycanca: Binominal nomenklatura
беларуская (тарашкевіца)‎: Бінамінальная намэнклятура
भोजपुरी: दूपद नाँव
Cymraeg: Enw deuenwol
فارسی: نام علمی
français: Nom binominal
Avañe'ẽ: Omboherokõiva
客家語/Hak-kâ-ngî: Ho̍k-miàng
עברית: שם מדעי
hrvatski: Dvojno nazivlje
Kreyòl ayisyen: Nomanklati binomyal
Bahasa Indonesia: Tata nama biologi
íslenska: Tvínefni
日本語: 学名
ភាសាខ្មែរ: Binomial nomenclature
한국어: 학명
Latina: Binomen
Basa Banyumasan: Tatajeneng binomial
Bahasa Melayu: Tatanama binomial
norsk: Binominal
پنجابی: سائینسی ناں
پښتو: علمی نوم
srpskohrvatski / српскохрватски: Binarna nomenklatura
Simple English: Binomial nomenclature
oʻzbekcha/ўзбекча: Binar nomenklatura
Tiếng Việt: Danh pháp hai phần
中文: 二名法
粵語: 雙名法