Διαλεκτική

Πολύ ωραία εννόησες τη σκέψη μου· λάβε λοιπόν για τα τέσσερα αυτά μέρη, του ορατού και του νοητού, που είπαμε, και τέσσερις ενέργειες της ψυχής· τη νόηση μεν για το ανώτατο, τη διάνοια για το δεύτερο, για το τρίτο την πίστη και για το τελευταίο την εικασία· απόδοσε δε σε καθένα από τους τέσσερις αυτούς τρόπους της γνώσεως με περισσότερη ή ολιγότερη σαφήνεια κατά την αναλογία που και τα αντικείμενα αυτά μετέχουν με περισσότερη ή ολιγότερη αλήθεια
«ἱκανῶς μὲν οὔ-δοκεῖς γάρ μοι συχνὸν ἔργον λέγειν-ὅτι μέντοι βούλει διορίζειν σαφέστερον εἶναι τὸ ὑπὸ τῆς τοῦ διαλέγεσθαι ἐπιστήμης τοῦ ὄντος τε καὶ νοητοῦ θεωρούμενον ἢ τὸ ὑπὸ τῶν τεχνῶν καλουμένων, αἷς αἱ ὑποθέσεις ἀρχαὶ καὶ διανοίᾳ μὲν ἀναγκάζονται ἀλλὰ μὴ αἰσθήσεσιν αὐτὰ θεᾶσθαι οἱ θεώμενοι, διὰ δὲ τὸ μὴ ἐπ᾽ ἀρχὴν ἀνελθόντες σκοπεῖν ἀλλ᾽ ἐξ ὑποθέσεων, νοῦν οὐκ ἴσχειν περὶ αὐτὰ δοκοῦσί σοι, καίτοι νοητῶν ὄντων μετὰ ἀρχῆς. διάνοιαν δὲ καλεῖν μοι δοκεῖς τὴν τῶν γεωμετρικῶν τε καὶ τὴν τῶν τοιούτων ἕξιν ἀλλ᾽ οὐ νοῦν, ὡς μεταξύ τι δόξης τε καὶ νοῦ τὴν διάνοιαν οὖσαν. ἱκανώτατα, ἦν δ᾽ ἐγώ, ἀπεδέξω. καί μοι ἐπὶ τοῖς τέτταρσι τμήμασι τέτταρα ταῦτα παθήματα ἐν τῇ ψυχῇ γιγνόμενα λαβέ, νόησιν μὲν ἐπὶ τῷ ἀνωτάτω, διάνοιαν δὲ ἐπὶ τῷ δευτέρῳ, τῷ τρίτῳ δὲ πίστιν ἀπόδος καὶ τῷ τελευταίῳ εἰκασίαν, καὶ τάξον αὐτὰ ἀνὰ λόγον, ὥσπερ ἐφ᾽ οἷς ἐστιν ἀληθείας μετέχει, οὕτω ταῦτα σαφηνείας ἡγησάμενος μετέχειν». Πλάτων, Πολιτεία, κεφ. ΣΤ 511c-511d

Η λέξη διαλεκτική προέρχεται από την ελληνική λέξη διαλέγομαι, που σημαίνει διεξάγω συζήτηση. Στην αρχαιότητα με τη διαλεκτική εννοούσαν την τέχνη να φτάνει κανείς στην αλήθεια μέσω της σύγκρουσης αντιθέτων απόψεων, όπως στο σύνολο σχεδόν των Πλατωνικών έργων.[1] Ο όρος επικράτησε διεθνώς ως Dialectic. Στην Αγγλία παλαιότερα ο όρος αυτός ήταν συνώνυμος της Λογικής όπως και εφαρμοζόταν στην τυπική συλλογιστική των εκάστοτε ρητόρων[εκκρεμεί παραπομπή].

άλλες γλώσσες
Afrikaans: Dialektiek
Alemannisch: Dialektik
አማርኛ: ዳያሌክቲክ
aragonés: Dialectica
العربية: جدلية
asturianu: Dialéutica
azərbaycanca: Dialektika
تۆرکجه: دیالکتیک
башҡортса: Диалектика
Boarisch: Dialektik
беларуская: Дыялектыка
беларуская (тарашкевіца)‎: Дыялектыка
български: Диалектика
brezhoneg: Daelerezh
bosanski: Dijalektika
català: Dialèctica
нохчийн: Диалектика
کوردی: دیالێکتیک
čeština: Dialektika
Cymraeg: Dilechdid
dansk: Dialektik
Deutsch: Dialektik
English: Dialectic
Esperanto: Dialektiko
español: Dialéctica
eesti: Dialektika
euskara: Dialektika
فارسی: دیالکتیک
français: Dialectique
galego: Dialéctica
עברית: דיאלקטיקה
Fiji Hindi: Dialectic
hrvatski: Dijalektika
magyar: Dialektika
հայերեն: Դիալեկտիկա
Bahasa Indonesia: Dialektik
Ilokano: Dialektiko
íslenska: Þrætubók
italiano: Dialettica
日本語: 弁証法
ქართული: დიალექტიკა
Qaraqalpaqsha: Dialektika
한국어: 변증법
kurdî: Diyalektîk
Кыргызча: Диалектика
Latina: Dialectica
Lingua Franca Nova: Dialetica
Limburgs: Dialektiek
lietuvių: Dialektika
latviešu: Dialektika
македонски: Дијалектика
монгол: Диалектик
မြန်မာဘာသာ: ဒိုင်ယာလက်တစ်
Nederlands: Dialectiek
norsk nynorsk: Dialektikk
norsk: Dialektikk
occitan: Dialectica
ਪੰਜਾਬੀ: ਵਿਰੋਧਵਿਕਾਸ
polski: Dialektyka
Piemontèis: Dialética
پنجابی: ڈایالیکٹک
português: Dialética
română: Dialectică
русский: Диалектика
русиньскый: Діалектіка
саха тыла: Диалектика
Scots: Dialectic
سنڌي: جدليات
srpskohrvatski / српскохрватски: Dijalektika
Simple English: Dialectic
slovenčina: Dialektika
slovenščina: Dialektika
shqip: Dialektika
српски / srpski: Дијалектика
svenska: Dialektik
Kiswahili: Upembuzi
Türkçe: Diyalektik
татарча/tatarça: Диалектика
українська: Діалектика
اردو: جدلیات
oʻzbekcha/ўзбекча: Dialektika
Tiếng Việt: Biện chứng
Winaray: Dialektiko
吴语: 辩证法
მარგალური: დიალექტიკა
ייִדיש: דיאלעקטיק
Vahcuengh: Bienhcingqfap
中文: 辩证法
文言: 辯證法
Bân-lâm-gú: Piān-chèng
粵語: 辯證法