Διάμετρος

Ετυμολογικά η λέξη διάμετρος σημαίνει μέτρηση συμμετρικών αποστάσεων εκατέρωθεν ενός σημείου.

Επιπεδομετρία

Η διάμετρος είναι οποιοδήποτε ευθύγραμμο τμήμα που ενώνει δύο σημεία της περιφέρειας ενός κύκλου και διέρχεται από το κέντρο του ή κάθε ευθεία που διέρχεται από το κέντρο κύκλου και περατώνεται στη περιφέρεια αυτού. Επίσης διάμετρος ενός κύκλου ονομάζεται και το μέτρο ενός τέτοιου ευθύγραμμου τμήματος. Η διάμετρος ενός κύκλου ισούται με το διπλάσιο της ακτίνας του.
Τέτοιες διάμετροι στο κύκλο υπάρχουν άπειροι. Κάθε δε διάμετρος διαιρεί τον κύκλο (την επιφάνειά του) και την περιφέρεια αυτού σε δύο ίσα συμμετρικά εκατέρωθεν μέρη.

Αλλά και στην έλλειψη απαντώνται ομοίως άπειροι διάμετροι που όμως είναι άνισοι μεταξύ τους. Η μεγαλύτερη και η μικρότερη διάμετροι αυτής ονομάζονται άξονες της έλλειψης.

  • Συζυγείς διάμετροι σε μία έλλειψη ονομάζονται δύο διάμετροι αυτής που αντιστοιχούν σε δύο διαμέτρους καθέτους μεταξύ τους περιγραφομένου σ΄ αυτήν κύκλου.

Επίσης στην παραβολή ο άξονας αυτής είναι η κύρια διάμετρος αυτής. Κάθε άλλη ευθεία της παραβολής, παράλληλη προς τον άξονά της ονομάζεται "διάμετρος της παραβολής".
Ακόμη και στην υπερβολή κάθε ευθεία που διέρχεται από το σημείο τομής των ασυμπτώτων ονομάζεται "διάμετρος της υπερβολής".

  • Δύο ευθείες εφαπτόμενες δύο συμμετρικών (εκ των τεσσάρων) κλαδων της υπερβολής και παράλληλες προς τυχούσες διαμέτρους της υπερβολής αντίστοιχα ονομάζονται και αυτές "συζυγείς διάμετροι της υπερβολής".
άλλες γλώσσες
Afrikaans: Deursnee
Alemannisch: Durchmesser
العربية: قطر (هندسة)
asturianu: Diámetru
azərbaycanca: Diametr
беларуская: Дыяметр
беларуская (тарашкевіца)‎: Дыямэтар
български: Диаметър
বাংলা: ব্যাস
bosanski: Prečnik
català: Diàmetre
Чӑвашла: Диаметр
Cymraeg: Diamedr
dansk: Diameter
Deutsch: Durchmesser
English: Diameter
Esperanto: Diametro
español: Diámetro
eesti: Diameeter
euskara: Diametro
suomi: Halkaisija
français: Diamètre
Nordfriisk: Trochmeeder
galego: Diámetro
עברית: קוטר
hrvatski: Promjer
հայերեն: Տրամագիծ
Bahasa Indonesia: Diameter
íslenska: Þvermál
italiano: Diametro
日本語:
Basa Jawa: Dhiamèter
ქართული: დიამეტრი
қазақша: Диаметр
ភាសាខ្មែរ: អង្កត់ផ្ចិត
한국어: 지름
Latina: Diametros
Lëtzebuergesch: Duerchmiesser
Limburgs: Diameter
lietuvių: Skersmuo
latviešu: Diametrs
македонски: Пречник
മലയാളം: വ്യാസം
Bahasa Melayu: Diameter
မြန်မာဘာသာ: အချင်း
Plattdüütsch: Dörmeter
Nederlands: Diameter
norsk nynorsk: Diameter
norsk: Diameter
occitan: Diamètre
polski: Średnica
português: Diâmetro
Runa Simi: Raqta
română: Diametru
русский: Диаметр
Scots: Diameter
srpskohrvatski / српскохрватски: Promjer
Simple English: Diameter
slovenčina: Priemer (geometria)
slovenščina: Premer
chiShona: Gurapakati
Soomaaliga: Dhexroor
српски / srpski: Пречник
svenska: Diameter
Kiswahili: Kipenyo
ślůnski: Szyrzka
தமிழ்: விட்டம்
тоҷикӣ: Диаметр
Tagalog: Diyametro
Türkçe: Çap
татарча/tatarça: Диаметр
українська: Діаметр
oʻzbekcha/ўзбекча: Diametr
Tiếng Việt: Đường kính
Winaray: Diametro
ייִדיש: דיאמעטער
中文: 直径
Bân-lâm-gú: Ti̍t-kèng
粵語: 直徑