Δενδρολίβανο

Δενδρολίβανο
Δενδρολίβανο
Δενδρολίβανο
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο:Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία:Αγγειόσπερμα (Magnoliophyta)
Ομοταξία:Δικοτυλήδονα (Magnoliopsida)
Τάξη:Λαμιώδη (Lamiales)
Οικογένεια:Χειλανθή (Lamiaceae)
Γένος:Ροσμαρίνος (Rosmarinus)
Είδος:Ροσμαρίνος ο φαρμακευτικός (Rosmarinus officinalis)
Διώνυμο
Rosmarinus officinalis
L.
Rosmarinus officinalis

Το δενδρολίβανο (αρχ. ελλ. ἀπόσπληνος)[1], γνωστό και ως αρισμαρί, στην Κύπρο είναι γνωστό με το όνομα λασμαρί, είναι αρωματικός, αειθαλής θάμνος ο οποίος ανήκει στο γένος Ροσμαρίνος και στην οικογένεια των Χειλανθών. Tο γένος Rosmarinus περιλαμβάνει, εκτός του γνωστού (R. officinalis) που αναφέρεται και ως λιβανωτίς (Διοσκ.) και ως δενδρολίβανον το φαρμακευτικόν, και μερικά άλλα είδη, μεταξύ των οποίων και τα ακόλουθα: Ροσμαρίνος ο εριοκάλυξ (R. eriocalyx) και Ροσμαρίνος ο γναφαλώδης (R. tomentosus)[2]. Η λατινική ονομασία του φυτού Rosmarinus σημαίνει δροσιά της θάλασσας και είναι σύνθετη από τις λέξεις ros (δροσιά) και marinus (θαλάσσιος), γιατί πιστευόταν ότι το φυτό μπορεί να αναπτυχθεί χωρίς πότισμα, αρκούμενο μόνο στην υγρασία που έρχεται από τη θάλασσα.[3]Γνωστό φυτό στην αρχαιότητα όταν οι Αρχαίοι Έλληνες το χρησιμοποιούσαν σε διάφορες θρησκευτικές τελετές και γιορτές, σε στολισμούς κτηρίων, ναών και ως καύσιμο για θυμίαμα. Η καταγωγή του είναι από τις περιοχές της Μεσογείου αλλά σήμερα εκτός από τις περιοχές αυτές καλλιεργείται ως καλλωπιστικό για τα ωραία κυανά άνθη του σε όλη σχεδόν την Ευρώπη και τις εύκρατες περιοχές της Αμερικής. Περιέχει τανίνη και αιθέριο έλαιο, το οποίο εξάγεται με απόσταξη κυρίως από τις κορυφές των ανθοφόρων βλαστών. Τα άνθη του προτιμώνται από τις μέλισσες και γίνονται πηγή για την παραγωγή μελιού.

άλλες γλώσσες
Afrikaans: Roosmaryn
azərbaycanca: Dərman rozmarini
български: Розмарин
বাংলা: রোজমেরি
brezhoneg: Roumarin
bosanski: Ruzmarin
Cymraeg: Rhos Mair
dansk: Rosmarin
Deutsch: Rosmarin
dolnoserbski: Rosmarin
English: Rosemary
euskara: Erromero
فارسی: رومارن
suomi: Rosmariini
français: Romarin
Gaeilge: Marós
galego: Romeu
हिन्दी: गुलमेंहदी
hrvatski: Ružmarin
hornjoserbsce: Rosmarin
Kreyòl ayisyen: Womaren
magyar: Rozmaring
Bahasa Indonesia: Rosmarin
íslenska: Rósmarín
ქართული: როზმარინი
ಕನ್ನಡ: ರೋಸ್‌ಮರಿ
한국어: 로즈메리
Кыргызча: Розмарин
Lëtzebuergesch: Rousemaräin
latviešu: Rozmarīns
മലയാളം: റോസ്‌മേരി
Bahasa Melayu: Rosmari
Nederlands: Rozemarijn (plant)
norsk nynorsk: Rosmarin
norsk: Rosmarin
Nouormand: Romathîn
occitan: Romanin
پښتو: اکليل
português: Alecrim
Runa Simi: Sallika
română: Rozmarin
Kinyarwanda: Romarin
sardu: Romasinu
Scots: Rosemary
srpskohrvatski / српскохрватски: Ružmarin
සිංහල: රෝස්මෙරි
Simple English: Rosemary
slovenčina: Rozmarín lekársky
slovenščina: Navadni rožmarin
shqip: Rozmarina
српски / srpski: Рузмарин
svenska: Rosmarin
தமிழ்: ரோசுமேரி
Türkçe: Biberiye
українська: Розмарин
vèneto: Rosmarin
Tiếng Việt: Hương thảo
中文: 迷迭香
粵語: 迷迭香