Γραμματικό γένος

Στην ελληνική γλώσσα υφίστανται γενικά τρία γραμματικά γένη, το αρσενικό γένος, το θηλυκό γένος και το ουδέτερο γένος. (Όταν αναφερόμαστε σε μέρος του λόγου που έχει πάνω από ένα γένος, αναγράφουμε τα γένη με την σειρά αρσενικό - θηλυκό - ουδέτερο).

Τα άρθρα έχουν τρία γένη. Το οριστικό άρθρο είναι ο - η - το. Το αόριστο άρθρο είναι ένας - μία - ένα.

Κάθε ουσιαστικό έχει ένα γένος, π.χ. ο ουρανός, η θάλασσα, το δέντρο. Όταν το ουσιαστικό αναφέρεται σε αρσενικό άνθρωπο, έχει αρσενικό γένος, π.χ. ο ξυλουργός. Όταν το ουσιαστικό αναφέρεται σε θηλυκό άνθρωπο, έχει θηλυκό γένος, π.χ. η δασκάλα. Όταν το ουσιαστικό αναφέρεται σε άνθρωπο χωρίς να είναι σημαντικό το φύλο του ή χαϊδευτικά, μπορεί να είναι ουδέτερο, π.χ. το αγόρι, το κορίτσι, το παιδί, το εγγονάκι.

Υπάρχουν μερικά ουσιαστικά με δύο γένη, που μπορεί να έχουν ίδια σημασία, (π.χ. ο πλάτανος - το πλατάνι), ή διαφορετική σημασία, (π.χ. η σκάφη - το σκάφος).

Για ορισμένα ζώα υπάρχουν ουσιαστικά που καθορίζουν το φύλο τους, π.χ. ο σκύλος, η σκύλα. Όταν το φύλο είναι αδιάφορο, μπορεί να υπάρχει και ουσιαστικό σε ουδέτερο γένος, π.χ. το σκυλί. Για κάποια ζώα υπάρχουν διαφορετικά ουσιαστικά για το αρσενικό και το θηλυκό, χωρίς να είναι απαραίτητα αρσενικού και θηλυκού γένους αντίστοιχα, π.χ. ο τράγος - η γίδα, το κριάρι - η προβατίνα. Για κάποια ζώα υπάρχει μόνο ένα ουσιαστικό κάποιου γένους (λέγεται επίκοινο όνομα) και για να προσδιοριστεί το φύλο του ζώου χρησιμοποιείται το επίθετο αρσενικό ή θηλυκό, π.χ. ο θηλυκός πάνθηρας, η αρσενική καμήλα, το αρσενικό καναρίνι.

Τα επίθετα έχουν μέχρι τρία γένη. Τα γένη μπορεί να έχουν διαφορετικές καταλήξεις, (π.χ. ο καλός - η καλή - το καλό), ή μπορεί το αρσενικό και το θηλυκό να έχουν την ίδια κατάληξη, (π.χ. ο διαυγής - η διαυγής - το διαυγές, επίθετο τριγενές και δικατάληκτο).

Οι αντωνυμίες, (π.χ. ο άλλος - η άλλη - το άλλο), και οι μετοχές που κλίνονται, (π.χ. ο θυμωμένος - η θυμωμένη - το θυμωμένο), έχουν γένη όπως τα ονόματα που συνοδεύουν : η άλλη ημέρα, ο θυμωμένος πελάτης.

άλλες γλώσσες
Alemannisch: Genus
Ænglisc: Grammatisc cyn
العربية: جنس اسم
Boarisch: Genus
беларуская: Граматычны род
български: Род (граматика)
čeština: Jmenný rod
Cymraeg: Cenedl enwau
Deutsch: Genus
føroyskt: Kyn (mállæra)
hrvatski: Gramatički rod
Ido: Gendro
日本語: 性 (文法)
한국어: 성 (문법)
kurdî: Cotzeyandî
македонски: Род (граматика)
norsk nynorsk: Genus
português: Gênero gramatical
română: Gen gramatical
srpskohrvatski / српскохрватски: Rod (gramatika)
slovenščina: Slovnični spol
српски / srpski: Rod (gramatika)
українська: Рід (мовознавство)
中文: 性 (语法)