Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ

Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ
Johann Sebastian Bach.jpg
Προσωπογραφία του Γ. Σ. Μπαχ, όταν ήταν 61 ετών, έργο του Ελίας Γκότλομπ Χάουσμαν[α]
ΓέννησηΓιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ
21 Μαρτίου 1685 (Ι.Η.)
31 Μαρτίου 1685 (Γ.Η.)
Άιζεναχ
Θάνατος28 Ιουλίου 1750 (65 ετών)
Λειψία
ΥπηκοότηταΣαξονία-Άιζεναχ
ΣπουδέςΣχολή Αγίου Μιχαήλ (1702)
ΙδιότηταΣυνθέτης - μουσικός
ΣύζυγοςΆννα Μαγκνταλένα Μπαχ (1721) και Μαρία Μπάρμπαρα Μπαχ (1707, 1720)
ΤέκναΚαρλ Φίλιπ Εμάνουελ Μπαχ κ.ά
ΓονείςΓιόχαν Αμπρόσιους Μπαχ και Μαρία Ελίζαμπεθ Λάμερχιρτ
ΑδέλφιαΓιόχαν Κριστόφ Μπαχ και Γιόχαν Γιάκομπ Μπαχ
Είδος τέχνηςΜπαρόκ μουσική[1][2] και κλασική μουσική[3][4]
Καλλιτεχνικά ρεύματαΜπαρόκ
Σημαντικά έργαΤο καλοσυγκερασμένο κλειδοκύμβαλο, Βρανδεμβούργια Κοντσέρτα, Κατά Ματθαίον Πάθη
Commons page Πολυμέσα σχετικά με τον καλλιτέχνη

Ο Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ (Johann Sebastian Bach, Άϊζεναχ, 21/31 Μαρτίου[5] 1685 - Λειψία, 28 Ιουλίου 1750) ήταν Γερμανός συνθέτης, διευθυντής ορχήστρας, μουσικοπαιδαγωγός και εκτελεστής (οργανίστας, κλειδοκυμβαλίστας,[β] βιολιστής και βιολονίστας) της περιόδου Μπαρόκ.

Υπήρξε αναμφισβήτητα ο μεγαλύτερος συνθέτης αυτής της περιόδου, καθώς και ένας από τους σπουδαιότερους στην ιστορία της έντεχνης Δυτικής μουσικής. Τα περισσότερα από 1000 έργα του που έχουν διασωθεί ως τις μέρες μας, ενσωματώνουν όλα τα χαρακτηριστικά του στυλ Μπαρόκ, το οποίο και απογειώνουν στην τελειότητα. Παρόλο που δεν εισάγει κάποια νέα μουσική φόρμα, εμπλουτίζει το γερμανικό μουσικό στυλ της εποχής με μια δυνατή και εντυπωσιακή αντιστικτική τεχνική, έναν φαινομενικά αβίαστο έλεγχο της αρμονικής και μοτιβικής οργάνωσης, και την προσαρμογή ρυθμών και ύφους από άλλες χώρες, ιδιαίτερα από την Ιταλία και τη Γαλλία. Η μουσική του χαρακτηρίζεται από τεχνική αρτιότητα, αρτιστικό υπόβαθρο και, κυρίως, υψηλή πνευματικότητα.

Τα έργα του καλύπτουν ένα ευρύτατο φάσμα τόσο της οργανικής (έργα για τσέμπαλο, εκκλησιαστικό όργανο, κοντσέρτα), όσο και της φωνητικής μουσικής (ορατόρια, λειτουργίες, πάθη, καντάτες, κ.α.). Ως χαρακτηριστικά έργα του Μπαχ μπορούν να αναφερθούν: η Τοκάτα και Φούγκα σε Ρε Ελάσσονα, η Λειτουργία σε σι ελάσσονα, τα Κατά Ματθαίον Πάθη, τα Βρανδεμβούργια Κοντσέρτα, το Καλοσυγκερασμένο Κλειδοκύμβαλο και η Τέχνη της Φούγκας.

Βιογραφία

Στο Άιζεναχ (1685-1695)

Ο Γιόχαν Σεμπάστιαν ήταν γιος του Γιόχαν Αμπρόζιους (1645-95) και της Μαρία Ελίζαμπετ Λέμμερχιρτ (1644-94). Ήταν το νεότερο από τα συνολικά οκτώ παιδιά της οικογένειας (έξι αγόρια και δύο κορίτσια), από τα οποία τα τρία (δύο αγόρια και ένα κορίτσι) πέθαναν σε νηπιακή ηλικία. Το πατρικό σπίτι επί της οδού Λούτερστρασε (γνωστής τότε ως Φλάισγκασε), είχε αγοραστεί από τον πατέρα του το 1674, αφού έγινε δημότης του Άιζεναχ και δεν ταυτίζεται με το σημερινό μουσείο που φέρει την επωνυμία Οικία Μπαχ (Bachhaus) και βρίσκεται στην οδό Φράουενπλαν. [6] Η ημερομηνία γέννησής του, 21η Μαρτίου 1685, τεκμηριώνεται τόσο από την καταγραφή του Γιόχαν Γκότφριντ Βάλτερ στο Μουσικό Λεξικό (Musikalisches Lexicon), όσο και από τον ίδιο τον Γιόχαν Σεμπάστιαν στη γενεαλογία της οικογένειάς του, αλλά και από τον γιο του, στη νεκρολογία που συνέγραψε για τον πατέρα του. Η βάπτισή του έγινε στις 23 Μαρτίου με νονούς τον μουσικό της επαρχίας Γκότα της Θουριγγίας, Σεμπάστιαν Νάγκελ, και τον δασονόμο Γιόχαν Γκέοργκ Κοχ, από τους οποίους πήρε και το όνομά του. Το όνομα Γιόχαν Σεμπάστιαν απέκτησαν, αργότερα, άλλα δύο μέλη της οικογένειας: ο γιος του αδελφού του, Γιόχαν Κρίστοφ, ο οποίος βαπτίστηκε από τον Γιόχαν Σεμπάστιαν αλλά πέθανε σε ηλικία δύο ετών, και ο εγγονός του, γιος του Καρλ Φίλιπ Εμάνουελ Μπαχ, που διακρίθηκε στη ζωγραφική. Σε όλη τη διάρκεια της ζωής παρέμεινε πιστός στη σχέση με τη γενέτειρά του, Άιζεναχ, τη μόνη πόλη, άλλωστε, της οποίας υπήρξε επισήμως δημότης. Ο ίδιος αυτοαπoκαλείτο, αργότερα, «Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ του Άιζεναχ» («Johann Sebastian Bach Isenacus» ή «Isenacus», ή εν συντομία «ISBI»), με ιδιαίτερη υπερηφάνεια. [7]

Johann David Herlicius, Πορτρέτο του Γιόχαν Αμπρόζιους Μπαχ, λάδι σε καμβά, περ. 1685, Αρχείο Μπαχ, Λειψία.

Πριν εγκατασταθεί στο Άιζεναχ, το 1671, για να εργαστεί ως μουσικός διευθυντής της πόλης (γερμ. Hausmann), ο Γιόχαν Αμπρόζιους Μπαχ ήταν μουσικός στο Άρνσταντ και βιολονίστας σε μουσική εταιρεία της γενέτειράς του, Έρφουρτ. Με πληθυσμό περίπου δεκαοκτώ χιλιάδων κατοίκων, το Έρφουρτ ήταν, τότε, η μεγαλύτερη πόλη της Θουριγγίας και, ταυτόχρονα, το ιστορικό, εμπορικό και πολιτιστικό κέντρο της περιοχής. Σημαντικό ρόλο για τον διορισμό του στο Άιζεναχ φαίνεται πως έπαιξε και η παρουσία, εκεί, του εξαδέλφου του, Γιόχαν Κρίστοφ Μπαχ, ο οποίος εργαζόταν ως οργανίστας στην ιστορική Γκέοργκενκιρχε και στην Αυλή του Δούκα του Άιζεναχ. [8] Η οικογένεια Μπαχ είχε ήδη μεγάλη συμβολή στα μουσικά δρώμενα της Θουριγγίας, τόσο μεγάλη μάλιστα ώστε, το όνομα Μπαχ είχε γίνει συνώνυμο του μουσικού και, μέχρι το 1793, οι μουσικοί της πόλης (Stadtpfeifer) αποκαλούνταν «Μπαχ», παρά το γεγονός πως κανείς δεν έφερε πλέον στην πόλη το όνομα της οικογένειας. [9] Όταν στα 1693 έμεινε κενή μία θέση στην Εκκλησιαστική Αυλή τού Άρνσταντ, ο κόμης της περιοχής ζήτησε εμφατικά να του στείλουν «έναν Μπαχ». [10][11] Ο Μπαχ είχε σίγουρα επίγνωση της μακράς μουσικής παράδοσης της οικογένειας και αισθανόταν υπερήφανος γι' αυτήν, όπως διαφαίνεται από την πολύτιμη Γενεαλογία του (Ursprung der musikalisch-Bachischen Familie), η οποία γράφηκε το 1735 και ήρθε αργότερα στην επιφάνεια από τον γιο του, Καρλ Φίλιπ Εμάνουελ. Σύμφωνα μ' αυτήν, οι ρίζες της οικογένειας φτάνουν έξι γενεές πίσω, στον Φάιτ (ή Βίτους) Μπαχ, έναν αρτοποιό με καταγωγή από το Πρέσμπουργκ (σημερινή Μπρατισλάβα) που, εκείνη την εποχή, ήταν πρωτεύουσα του βασιλείου της Ουγγαρίας. Στην περίοδο της Αντιμεταρρύθμισης, αρνούμενος να απεμπολήσει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, ο Βίτους Μπαχ επέλεξε να εγκατασταθεί στη Θουριγγία και, πιο συγκεκριμένα, στο μικρό χωριό Βέχμαρ της επαρχίας Γκότα, όπου πιθανόν είχε συγγενείς. [12] Ο Βίτους Μπαχ απολάμβανε να παίζει τσίτερ, [γ] το οποίο μάλιστα έπαιρνε μαζί του στον μύλο που εργαζόταν. [13] Είχε μάλλον δύο γιους, ένας εκ των οποίων ήταν ο Γιοχάνες Μπαχ που δούλεψε ως μουσικός.

Για την παιδική ηλικία του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, μέχρι το 1693, γνωρίζουμε ελάχιστα με βεβαιότητα. Στο Άιζεναχ, όπως και σε πολλές ακόμα περιοχές, η σχολική εκπαίδευση ήταν υποχρεωτική για όλα τα παιδιά ηλικίας από πέντε έως δώδεκα ετών και οι γονείς είχαν το δικαίωμα να επιλέξουν ελεύθερα μεταξύ οκτώ γερμανικών σχολείων και της Λατινικής σχολής (Lateinschule). Τα γερμανικά σχολεία ακολουθούσαν συγκεκριμένο εγκύκλιο πρόγραμμα, εστιάζοντας στα θρησκευτικά, στη γραμματική και στην αριθμητική. Αν και, συνήθως, δεν κρατούσαν αρχεία των σπουδαστών, γνωρίζουμε πως ένα από τα γερμανικά σχολεία του Άιζεναχ βρισκόταν επί της οδού Φλάισγκασε, συνεπώς θεωρείται πολύ πιθανό πως ο Μπαχ φοίτησε εκεί από τα πέντε μέχρι τα επτά του χρόνια. [14] Σε ηλικία οκτώ ετών γράφηκε στην πέμπτη τάξη της Λατινικής Σχολής, [15] της οποίας το εγκύκλιο πρόγραμμα έδινε βάση στα θρησκευτικά και λατινικά, περιλαμβάνοντας ακόμα αριθμητική και ιστορία και -σε ανώτερο επίπεδο- ελληνικά, εβραϊκά, φιλοσοφία, λογική και ρητορική. [16] Φοίτησε στην πέμπτη τάξη δύο χρονιές (1692-4), όπως συνηθιζόταν εκείνη την εποχή, καταλαμβάνοντας το πρώτο έτος την 47η και το δεύτερο έτος την 14η θέση, σε σύνολο 90 μαθητών. Στην τέταρτη τάξη (1694-5) κατετάγη 23ος ανάμεσα σε 64 μαθητές, [15] έχοντας 103 απουσίες που οφείλονταν μάλλον σε ασθένεια, αλλά και στο ότι έχασε τους γονείς του. [6] Η επίδοσή του ήταν καλύτερη από αυτή του αδελφού του, Γιάκομπ, ο οποίος κατετάγη δύο θέσεις χαμηλότερα, αν και ήταν τρία χρόνια μεγαλύτερος και είχε λιγότερες απουσίες.

Αριστερά: Το σημερινό γυμνάσιο Μαρτίνος Λούθηρος (Martin-Luther-Gymnasium) και πρώην Λατινική Σχολή του Άιζεναχ. Κέντρο: Είσοδος του σχολείου και αναμνηστικές πλάκες που αναφέρονται στον Μαρτίνο Λούθηρο και τον Μπαχ. Δεξιά: Αναμνηστική πλάκα: «Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ 1685-1750 - Μαθητής 1692-1695»

Την πρώτη του μουσική εκπαίδευση στη μουσική θεωρία και στα βασικά γύρω από τα έγχορδα όργανα έλαβε, λογικά, από τον πατέρα του. Πιθανόν να συνέβαλε και ο εξάδελφος τού Γιόχαν Αμπρόζιους, Κρίστοφ Μπαχ, με τον οποίο θα πρέπει να ήρθε σε επαφή o νεαρός Σεμπάστιαν στην Γκέοργκενκιρχε του Άιζεναχ. Ακόμα και στη νεαρή αυτή ηλικία, πιθανότατα, ήταν ήδη σε θέση να εκτιμήσει τις ικανότητες του Κρίστοφ, τον οποίο θα χαρακτήριζε αργότερα στη γενεαλογία του ως «βαθυστόχαστο» συνθέτη. Αναμφίβολα, ο Μπαχ θα πρέπει να έμαθε αρκετά και από τον Αντρέας Κρίστιαν Ντέντεκιντ, τον επικεφαλής της σχολικής χορωδίας (chorus musicus) της Λατινικής σχολής, στην οποία ο Μπαχ συμμετείχε ως μαθητής. Ο μικρός Σεμπάστιαν διέθετε μάλιστα εξαιρετική σοπράνο φωνή και, αργότερα, θα πρέπει να διακρίθηκε και ως σολίστας. [17] Το ρεπερτόριο της σχολικής χορωδίας στο Άιζεναχ περιελάμβανε a cappella μουσική των 15ου, 16ου και 17ου αιώνων, μεγάλων συνθετών όπως οι Βάλτερ, Ζενφλ, Ζοσκέν, Όμπρεχτ, Μίχαελ Πρετόριους, Σάιν, κ.ά. Από τον θείο του, Γιόχαν Κρίστοφ Μπαχ, αποκόμισε τις πρώτες εντυπώσεις γύρω από το εκκλησιαστικό όργανο, [18] στο οποίο ο Μπαχ εντρύφησε και έγινε, αργότερα, ο πλέον φημισμένος για τη δεξιοτεχνία του εκτελεστής. Πάντως, τα πρώτα του κανονικά μαθήματα πληκτροφόρων οργάνων τα έλαβε αρκετά αργότερα στο Όρντρουφ. [6] Δεδομένο είναι πως μεγάλωσε μέσα σε ένα απόλυτα μουσικό περιβάλλον. Ο ερευνητής της ζωής και του έργου του, Κρίστοφ Βολφ (Christoph Wolff) αναφέρει χαρακτηριστικά πως, «εξαιτίας των ισχυρών δεσμών και των τακτικών οικογενειακών συγκεντρώσεων, ο ίδιος και οι αδελφοί του ενσωματώθηκαν κατά έναν πολύ φυσιολογικό τρόπο στη μεγάλη οικογένεια των επαγγελματιών μουσικών, περίπου όπως τα παιδιά ενός τεχνίτη μαθαίνουν να εξοικειώνονται με τα εργαλεία. Οι περισσότερες μουσικές δραστηριότητες στο σπίτι, στις οποίες ο μικρός Σεμπάστιαν ήταν παρών, περιελάμβαναν διδασκαλία, μελέτη, πρόβες, προετοιμασία συναυλιών, τακτοποίηση και αντιγραφή για τις παρτιτούρες και, επίσης, κούρδισμα και επισκευή οργάνων». [19]

Την εμπειρία της απώλειας αγαπημένων προσώπων βίωσε από νωρίς όταν, σε ηλικία έξι ετών, έχασε τον δεκαοκτάχρονο αδελφό του, Γιόχαν Μπαλτάζαρ ενώ, μόλις τρία χρόνια αργότερα, ήρθε αντιμέτωπος με το χαμό και των δύο γονιών του σε διάστημα εννέα μηνών. Η μητέρα του πέθανε από άγνωστη αιτία τον Μάιο του 1694, και τον Φεβρουάριο του 1695 ακολούθησε ο θάνατος του πατέρα του, μετά από σοβαρή ασθένεια. [δ] Μετά τον θάνατο της Μαρία Ελίζαμπετ, στις 27 Νοεμβρίου 1694, ο Γιόχαν Αμπρόζιους Μπαχ νυμφεύτηκε την Μπάρμπαρα Ελιζαμπέτα η οποία, κατά ατυχή συγκυρία, είχε μέχρι τότε χηρεύσει ήδη δύο φορές. Πρώτος σύζυγός της ήταν ένα άλλο μέλος της οικογένειας Μπαχ, ο μουσικός Γιόχαν Γκύντερ Μπαχ (1653-83), ενώ τη δεύτερη φορά είχε νυμφευτεί τον θεολόγο Γιάκομπους Μπαρτολομέι.

Στο Όρντρουφ: 1695-1700

Ο θάνατος του Γιόχαν Αμπρόζιους έφερε την Μπάρμπαρα Ελιζαμπέτα σε δεινή θέση, ειδικά μετά από την άρνηση του δημοτικού συμβουλίου να της επιτραπεί να αναλάβει η ίδια τα καθηκόντα του συζύγου της με τη βοήθεια τρίτων προσώπων. Αυτό οδήγησε στον χωρισμό της οικογένειας, με τον Σεμπάστιαν και τον Γιάκομπ, να τίθενται υπό τη φροντίδα του μεγαλύτερου αδελφού τους, Γιόχαν Κρίστοφ, ο οποίος από το 1690 ήταν οργανίστας στη Μικαέλισκιρχε του Όρντρουφ, [20] με εξαιρετική φήμη και μαθητής του φημισμένου εκείνη την εποχή Γιόχαν Πάχελμπελ. [21] Τα δύο αδέλφια μετακόμισαν τον, Μάρτιο του 1695, και φοίτησαν στο Λύκειο. Ο Γιάκομπ επέστρεψε στο Άιζεναχ το 1697 για να εκπαιδευτεί στο πλευρό του διαδόχου του πατέρα του, ενώ ο Σεμπάστιαν παρέμεινε στο Όρντρουφ μέχρι την ηλικία των δεκαπέντε ετών. Σ' αυτό το διάστημα, φοίτησε στην μοναστική σχολή της πόλης (Klosterschule), της οποίας το πρόγραμμα ήταν επηρεασμένο από τις προοδευτικές ιδέες του Κομένιου. Παρόλο που η θεολογία και τα λατινικά παρέμεναν ως βασικοί πυλώνες, συγχρόνως διδάσκονταν και μαθήματα όπως γεωγραφία, ιστορία, αριθμητική, φυσικές επιστήμες, ενώ σε περίοπτη θέση βρισκόταν και η μουσική εκπαίδευση. Το αρχείο της σχολής μαρτυρά τις πολύ καλές σχολικές επιδόσεις του Μπαχ. Γράφηκε στην τέταρτη τάξη -πιθανότατα τον Μάρτιο- και προβιβάστηκε στην τρίτη τάξη τον Ιούλιο του 1695, σημειώνοντας μετά από εξετάσεις στις 20 Ιουλίου 1696 την τέταρτη καλύτερη επίδοση. Στις 19 Ιουλίου 1697 κατέλαβε την πρώτη θέση μεταξύ 21 μαθητών και προβιβάστηκε στην δεύτερη τάξη, όπου κατετάγη πέμπτος τον Ιούλιο του 1698 και δεύτερος τον Ιούλιο του 1699. Στην πρώτη τάξη γράφηκε σε ηλικία περίπου δεκατεσσάρων ετών, ενώ ο μέσος όρος ηλικίας των μαθητών της πρώτης ήταν τα 17,7 έτη[22].

Κατάλογος μαθητών της πρώτης τάξης της μοναστικής σχολής του Όρντρουφ (Catalogus discipulorum 1699), όπου σημειώνεται η αναχώρηση του Μπαχ ob defectum hospitorium και με προορισμό το Λύνεμπουργκ

Στο Όρντρουφ έλαβε, πιθανόν, τα πρώτα του μαθήματα στο εκκλησιαστικό όργανο, και υπό την αυστηρή επίβλεψη του αδελφού του τέθηκαν τα θεμέλια πάνω στα οποία ανέπτυξε τα επόμενα χρόνια την τεχνική του. Μέχρι τότε, ο Σεμπάστιαν, δεν είχε ροπή προς κάποιο συγκεκριμένο μουσικό όργανο. Παρόλο που ο θείος του ήταν ο πρώτος σημαντικός του μέντορας, είναι γεγονός ότι ο ίδιος, μόνον υπό την εποπτεία τού αδελφού του, επρόκειτο πραγματικά να επικεντρώσει το ενδιαφέρον του πάνω στο εκκλησιαστικό όργανο και στο κλαβίχορδο. Τα μαθήματα κοντά του είχαν κατεύθυνση προς μία καλή τεχνική στην εκτέλεση των πλέον εν χρήσει πληκτροφόρων εκείνων των καιρών, ειδικά του εκκλησιαστικού οργάνου. Παράλληλα, σκοπός ήταν να αποκτήσει εξοικείωση με τα διαφορετικά είδη και στυλ αλλά, επίσης, με τον ελεύθερο αυτοσχεδιασμό (πρελούδια, τοκάτες) και με την αυστηρότητα στη διαπλοκή τών φωνών (φούγκα και ριτσερκάρε), είτε εντελώς ελεύθερα, είτε με βάση ένα δοσμένο θέμα ή μία κοράλ μελωδία.

Με τη σύνθεση είναι άγνωστο πότε ακριβώς ξεκίνησε να ασχολείται, ωστόσο δεν είναι απίθανο να συνέβη επίσης κατά την παραμονή του στο Όρντρουφ. [6] Δεν ήταν, άλλωστε, ασυνήθιστο για μουσικούς της εποχής εκείνης να συνθέτουν τα πρώτα τους έργα σε ηλικία δεκαπέντε ετών, όπως έκαναν εξάλλου και τα παιδιά του ίδιου του Μπαχ. Επιπλέον, στο Όρντρουφ ήρθε σε επαφή με τον διευθυντή εκκλησιαστικής χορωδίας Ελίας Χέρντα. Ως σπουδαστής του Χέρντα αλλά και ως μέλος της χορωδίας μπορούσε να εξασφαλίζει ένα σεβαστό ποσό χρημάτων. Τα μέλη τής chorus musicus μπορούσαν με κάποια ρύθμιση να κερδίζουν μέσω των επονομαζομένων Currenden, δηλ. των τραγουδιών σε μικρές ομάδες που τραγουδούσαν στους δρόμους περίπου τρεις φορές το χρόνο.[23] Ο Μπαχ πληρωνόταν, πιθανότατα, ως σολίστ φωνής (concertist) και μπορούσε, έτσι, να συνεισφέρει στα έξοδα συντήρησής του που, για τον αδελφό του, ήταν καθοριστικής σημασίας. Για τον Σεμπάστιαν, ζωτική σημασία είχαν επίσης τα επονομαζόμενα hospitia ή hospitia liberalia. Επρόκειτο για έναν διακανονισμό σύμφωνα με τον οποίο, οι αριστοκρατικές και οι εύπορες οικογένειες πλήρωναν τα έξοδα σχολείου, συντήρησης και διαμονής στους φτωχούς φοιτητές, με αντάλλαγμα τη μόρφωση των δικών τους παιδιών. Ο Μπαχ εγκατέλειψε οριστικά το Όρντρουφ στις 15 Μαρτίου 1700 με προορισμό το Λύνεμπουργκ. Στα επίσημα αρχεία του σχολείου του, η αναχώρησή του αιτιολογείται με τη φράση ob defectum hospitorium, δηλαδή οφειλόταν σε αδυναμία φιλοξενίας του. Δεν είναι ωστόσο σαφές αν το πρόβλημα σχετιζόταν με το γεγονός πως το σχολείο είχε περιορισμένο αριθμό θέσεων ή αν του ήταν πλέον αδύνατο να παραμείνει στην οικία του αδελφού του. Είναι πιθανό η αναχώρησή του να οφείλεται στο ότι μπήκε ένα τέλος στα hospitia του, [24][25] αλλά είναι, επίσης, γνωστό πως το 1700 η πρώτη τάξη του σχολείου ήταν υπερπλήρης και σε συνδυασμό με μια αλλαγή στη φωνή του ίσως αυτό να έπαιξε ρόλο στην απόφασή του να εγκαταλείψει το Όρντρουφ. [26] Από την άλλη πλευρά, και η κατάσταση στην οικία του αδελφού του γινόταν δυσχερέστερη για την παραμονή του. Από την ημέρα της εγκατάστασης του Σεμπάστιαν στο Όρντρουφ, ο Κρίστοφ είχε αποκτήσει δύο παιδιά και τον Μάρτιο του 1700 αναμενόταν τρίτο. [6] Δεν αποκλείεται πάντως να ήταν και μια προμελετημένη αναχώρηση, ίσως σε συνεννόηση με τον συμμαθητή και συνταξιδιώτη του, Γκέοργκ Έρντμαν, σε μία ηλικία που ούτως ή άλλως τα αγόρια της εποχής άρχιζαν να ανεξαρτητοποιούνται. [27]

Στο Λύνεμπουργκ (1700-1703)

Τα κυριότερα μέρη όπου έζησε και εργάστηκε ο Μπαχ

Το 1700, ο Μπαχ αναχώρησε μαζί με τον συμφοιτητή και επιστήθιο φίλο του, Γκέοργκ Έρντμαν για το Λύνεμπουργκ της Β.Γερμανίας. [28] Το ταξίδι αυτό ήταν μεγάλο για τα δεδομένα της εποχής -περίπου 280 χιλιόμετρα βορειότερα- και, τουλάχιστον ένα μέρος του, πρέπει να έγινε με τα πόδια. Αναμφίβολα, προκαλεί εντύπωση η επιλογή του Μπαχ να πραγματοποιήσει ένα τόσο μακρινό ταξίδι, σε μια πόλη όπου δεν ζούσε κανένας συγγενής του ούτε είχε εργαστεί εκεί στο παρελθόν κάποιο μέλος της οικογένειάς του. Πιθανότερο θεωρείται πως, ο Ελίας Χέρντα μεσολάβησε ώστε να εξασφαλιστεί μια θέση για τον Μπαχ και τον Έρντμαν στη Σχολή του Αγ. Μιχαήλ (Michaelischule) του Λύνεμπουργκ, εκεί όπου είχε φοιτήσει και ο ίδιος στο παρελθόν. Άλλωστε, με βάση τις εξαιρετικές σχολικές επιδόσεις του Μπαχ, δεν είναι απίθανο ο Χέρντα να τον προέτρεψε να συνεχίσει τις σπουδές του και να μην ακολουθήσει το παράδειγμα του αδελφού του, Γιάκομπ, ο οποίος αναζήτησε αμέσως μια επαγγελματική θέση μουσικού στη Θουριγγία. [29] Η Σχολή ανήκε στην εκκλησία του Αγίου Μιχαήλ (Michaeliskirche), η οποία διέθετε και ένα δεύτερο σχολείο (Ritterakademie) για νεαρούς ευγενείς. Το βάρος έπεφτε στις παλαιές ανθρωπιστικές κλασσικές επιστήμες, στη θεολογία και στις γλώσσες και, παράλληλα, στα τότε μοντέρνα μαθήματα της ιστορίας, των μαθηματικών και της φυσικής. Τα μαθήματα είχαν σκοπό να προετοιμάσουν τους μαθητές για πανεπιστημιακές σπουδές στις ελεύθερες τέχνες, στη θεολογία, στα νομικά και στην ιατρική. Έτσι, ο Μπαχ ήξερε στο τέλος των σχολικών του χρόνων άπταιστα λατινικά, και είχε ακόμη εντρυφήσει και σε άλλα μαθήματα, τα οποία ήταν απαραίτητα για πανεπιστημιακή μόρφωση. Επίσης, συμμετείχε στη χορωδία της σχολής (chorus symphoniacus), ως μπάσος πλέον, διότι υπέστη μεταφώνηση[ε] και, το κυριότερο, είχε στη διάθεσή του μια μουσική βιβλιοθήκη, η οποία μαζί με εκείνη τής Thomasschule (Σχολή Αγ. Θωμά) στη Λειψία, ανήκαν στις παλαιότερες και μεγαλύτερες της Γερμανίας. Ταυτόχρονα, εξασκήθηκε πάνω στο μεγάλο -αν και κάπως προβληματικό- εκκλησιαστικό όργανο της εκκλησίας του Αγίου Μιχαήλ. [30] Λόγω τού εξαιρετικού του ταλέντου, τον χρησιμοποιούσαν τακτικά στην chorus musicus, αλλά και στην Κύρια Λειτουργία, όταν έπρεπε να αντικαθιστά τον βασικό οργανίστα. Τότε άρχισαν πλέον να διαμορφώνονται οι επιδόσεις του στην εκτέλεση του εκκλησιαστικού οργάνου και άρχισε να γίνεται γνωστός, σταδιακά, στους κύκλους των μεγάλων εκτελεστών που, όχι συμπτωματικά, ήταν όλοι Βορειογερμανοί.

Ένας από αυτούς ήταν και o Γκέοργκ Μπεμ, φημισμένος εκτελεστής, για τον οποίο ο πατέρας του Σεμπάστιαν έλεγε τα καλύτερα λόγια όσο ζούσε και, βέβαια, ο ίδιος επιθυμούσε διακαώς να τον γνωρίσει. Απ’ όσο μπορεί να εξακριβωθεί, ο Μπαχ δεν έκανε ποτέ επισήμως μάθημα με τον Μπεμ. Λαμβάνοντας όμως υπ’όψιν το μουσικό οικογενειακό του ιστορικό, τη φιλομάθειά του, την εμπειρία του ως τραγουδιστή, εκτελεστή οργάνων και οργανίστα, σίγουρα θα ωφελήθηκε πολύ από τον επαγγελματισμό τού συγκεκριμένου μουσικού. [31][32] Μέσω του Μπεμ, ήλθε σε επαφή με το είδος της στυλιζαρισμένης χορευτικής φόρμας, με τη Γαλλική σουίτα, αλλά και με τα πρελούδια και φούγκες του ίδιου του συνθέτη, των βορειογερμανών συναδέλφων του, και με τις αριστοτεχνικές κοράλ παραλλαγές του. Δεν είναι καθόλου τυχαίο, ότι οι πρώτες συνθέσεις τού ίδιου τού Μπαχ σ’αυτές τις φόρμες, χρονολογούνται από το Λύνεμπουργκ και δημιουργήθηκαν λόγω της επιρροής του Μπεμ.

Η μεγαλύτερη, όμως, προσφορά του Μπεμ προς τον Μπαχ ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό. Κάτι που ο Μπαχ, όπως άλλωστε όλοι ανεξαιρέτως οι επίδοξοι μαθητές και δάσκαλοι του εκκλησιαστικού οργάνου, ήθελαν να κάνουν τουλάχιστον για μία φορά στη ζωή τους. Να γνωρίσουν και να ακούσουν από κοντά τον μεγαλύτερο εν ζωή εκτελεστή που εργαζόταν ακόμα στο Αμβούργο, στα μεγαλύτερα και καλύτερα εκκλησιαστικά όργανα της Γερμανίας: τον ξακουστό Γιόχαν Άνταμ Ράινκεν. Ο Ολλανδογερμανικής καταγωγής Ράινκεν, στα προχωρημένα εβδομήντα του πλέον, ήταν ο νέστορας των μουσικών του Αμβούργου. Πριν εγκατασταθεί στο Λύνεμπουργκ, ο Μπεμ είχε ζήσει πέντε χρόνια στο Αμβούργο, όπου σίγουρα άκουσε τον Ράινκεν, χωρίς να μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να υπήρξε και μαθητής του. [33] Με τη μεσολάβησή του Μπεμ, ο νεαρός Μπαχ έκανε πολλές φορές τη διαδρομή Λύνεμπουργκ-Αμβούργο για να συναντήσει τον Ράινκεν [34], ο οποίος, εκείνο τον καιρό έπαιζε στην εκκλησία της Αγίας Αικατερίνης του Αμβούργου, πάνω σε ένα τεραστίων διαστάσεων εκκλησιαστικό όργανο (58 Συστοιχίες, 4 Χειρόπληκτρα και Πεντάλ). Η εντύπωση που προκάλεσε στον Γιόχαν Σεμπάστιαν το συγκεκριμένο όργανο, έμεινε για πάντα βαθιά χαραγμένη μέσα του. Κάποιος μαθητής του θυμόταν αργότερα τον Μπαχ να εκθειάζει την καθαρότητα και τον πλούσιο ήχο του.[35] Δεν υπάρχει, λοιπόν, καμιά αμφιβολία ότι το συγκεκριμένο όργανο πάνω στο οποίο έπαιζε ο Ράινκεν, επηρέασε δραματικά τα θεωρητικά και εκτελεστικά πρότυπα του Μπαχ για τα εκκλησιαστικά όργανα, στο σύνολό τους. O Ράινκεν ήταν μια πληθωρική προσωπικότητα, και για την ηλικία του, ένας μεγάλος βιρτουόζος και ένας καθολικά αναγνωρισμένος ειδήμονας του εκκλησιαστικού οργάνου. Για τον νεαρό Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, ο οργανίστας από το Αμβούργο, πρέπει να υπήρξε ένα ζωντανό κομμάτι ιστορίας. Άλλος ένα λόγος για τις συχνές επισκέψεις του στο Αμβούργο ήταν και ο ξάδελφός του, Γιόχαν Ερνστ (1683-1739), ο οποίος σπούδαζε μουσική εκεί και, πιθανόν, ξενάγησε τον Μπαχ στα μουσικά αξιοθέατα της πόλης, όπως την όπερα του Αμβούργου που τότε βρισκόταν υπό τη διεύθυνση του Ράινχαρντ Κάιζερ.

Αλλά και στο Λύνεμπουργκ ο Μπαχ είχε ενδιαφέροντα μουσικά ερεθίσματα, καθώς είχε την ευκαιρία να ακούσει την ορχήστρα του Δούκα του Τσέλε-Λύνεμπουργκ, η οποία αποτελείτο κυρίως από Γάλλους μουσικούς. Ο δούκας Γκέοργκ Βίλχελμ, με έδρα το Τσέλε, ήταν λάτρης της γαλλικής μουσικής και επισκεπτόταν, κατά καιρούς, το παλάτι του στο Λύνεμπουργκ συνοδευόμενος από την ορχήστρα του, μέλος της οποίας ήταν και ο Τομά ντε λα Σελ, δάσκαλος χορού στη Ritterakademie. Μέσω του ντε λα Σελ ή κάποιου άλλου σπουδαστή, ο Μπαχ θα πρέπει να εξασφάλισε πρόσβαση στο παλάτι, ερχόμενος έτσι σε άμεση επαφή με το αυθεντικό γαλλικό μουσικό στυλ της εποχής. [36] Δεν μπορεί να αποκλειστεί και το ενδεχόμενο ο Μπαχ να βοηθούσε, κατά περίσταση, την ορχήστρα ως εκτελεστής. [6]

Στη Βαϊμάρη (1703)

Την Άνοιξη του 1702 ο Μπαχ ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη Σχολή του Αγ. Μιχαήλ και άρχισε να αναζητά μια θέση επαγγελματία μουσικού. Αν και δεν γνωρίζουμε με ακρίβεια πότε ακριβώς εγκατέλειψε το Λύνεμπουργκ, πιθανότατα αυτό συνέβη κατά την περίοδο του Πάσχα. Άγνωστο παραμένει, επίσης, αν αμέσως μετά ο Μπαχ επέστρεψε για ένα διάστημα στον αδελφό του στο Όρντρουφ ή επισκέφτηκε πιθανόν την αδελφή του στο Έρφουρτ. Μία πρώτη επαγγελματική ευκαιρία εμφανίστηκε τον Ιούλιο του 1702, όταν πέθανε ο οργανίστας της εκκλησίας του Αγίου Ιακώβου στην πόλη Σάνγκερχάουζεν και ο Μπαχ διαγωνίστηκε για την κενή θέση. Παρά την απειρία του, κατάφερε να κερδίσει τον διορισμό, ωστόσο μετά από παρέμβαση του Δούκα του Βάισενφελς, τη θέση ανέλαβε τελικά ο γηραιότερος και πιο έμπειρος Γιόχαν Αουγκουστίν Κομπέλιους. [37] Ο πρώτος επίσημος επαγγελματικός διορισμός του Σεμπάστιαν ήρθε, τελικά, λίγο αργότερα. Από τον Ιανουάριο μέχρι τον Ιούνιο του 1703 ο Μπαχ διορίστηκε βιολονίστας στην Αυλή του δούκα της Βαϊμάρης, Γιόχαν Ερνστ. Για τον διορισμό ίσως έπαιξε ρόλο ο δούκας του Βάισενφελς, ο οποίος διατηρούσε δεσμούς φιλίας με την Αυλή της Βαϊμάρης και ήθελε να αποζημιώσει έτσι τον Μπαχ για την παρέμβασή του σχετικά με τη θέση του οργανίστα στο Σάνγκερχάουζεν. Καθοριστικός παράγοντας ήταν, ενδεχομένως, η παρουσία στην Αυλή της Βαϊμάρης του μουσικού Νταβίντ Χόφμαν, του οποίου η οικογένεια συνδεόταν μέσω γάμου με εκείνη των Μπαχ. [6][38] Ο μισθός του ανερχόταν στα 6 φλωρίνια και 18 γρόσια[39].

Στα σχετικά έγγραφα που αφορούν την πρόσληψη του Μπαχ δεν περιγράφονται με ακρίβεια τα καθήκοντά του. Θα πρέπει να έπαιρνε μέρος σε μουσικές παραστάσεις κοσμικού και εκκλησιαστικού χαρακτήρα, είναι όμως πιθανό να είχε αναλάβει και κάποια άλλα, ειδικά καθήκοντα για τον δούκα -άμεσο εργοδότη του και νεότερο αδελφό τού κυβερνώντος δούκα Βίλελμ Έρνστ- o οποίος είχε επισήμως τη διεύθυνση της εκκλησιαστικής αυλής. Οι μουσικοί τής εκκλησιαστικής αυλής τής Βαϊμάρης, έπαιζαν συνήθως διαφόρων ειδών όργανα, μιμούμενοι τα μεγαλύτερα σύνολα των κρατικών μουσικών τής πόλης. Έτσι, και ο Μπαχ είχε εδώ την ευκαιρία να δείχνει συχνά τη μουσική του πληθωρικότητα. Πιθανόν όμως να έπαιζε κυρίως εκκλησιαστικό όργανο και τσέμπαλο, αφού, λόγω τής δεξιοτεχνίας του στα συγκεκριμένα όργανα, βρισκόταν πάντοτε στην πρώτη επιλογή. Αν και ο Μπαχ περιέγραψε αργότερα το πόστο του ως θέση μουσικού της Αυλής (Hoff Musicus), στις καταστάσεις του παλατιού φαίνεται να έχει προσληφθεί ως μέλος του υπηρετικού προσωπικού.[40] Αυτό δεν ήταν ασυνήθιστο για νεαρούς μουσικούς, [41] ωστόσο το γεγονός πως έπρεπε να αναλαμβάνει μεταξύ άλλων καθήκοντα υπηρέτη καθώς και άλλα ανιαρά μουσικά καθήκοντα υπήρξε, μάλλον, η αφορμή για να παραμείνει στο συγκεκριμένο πόστο μόνο για λίγους μήνες. [42] Στην Αυλή του δούκα συναναστράφηκε με ορισμένους αξιοσημείωτους μουσικούς, όπως τον τενόρο Γκέοργκ Κρίστοφ Στράτνερ (περ. 1644-1704) και τον βιολονίστα Γιόχαν Πάουλ φον Βέστχοφ (1656-1705), έναν από τους πρώτους που συνέθεσαν έργα για σόλο βιολί. Οργανίστας της Αυλής ήταν ο Γιόχαν Έφλερ (περ. 1640-1711) τον οποίο, πιθανότατα, αντικαθιστούσε συχνά ο Μπαχ. Ίσως γι' αυτόν τον λόγο περιγράφεται αργότερα ως «οργανίστας της Αυλής» (Hoffοrganiste) στα επίσημα έγγραφα του διορισμού του στο Άρνσταντ το 1703, αν και δεν αποκλείεται αυτό να αποτελεί μια υπερβολή του Μπαχ προκειμένου να εξασφαλίσει τον διορισμό. [43]

Στο Άρνσταντ (1703-1707)

Στις αρχές του 1703, το δημοτικό συμβούλιο του Άρνσταντ συνεδρίασε με θέμα την επιλογή του εμπειρογνώμονα που θα δοκίμαζε το καινούργιο εκκλησιαστικό όργανο της εκκλησίας του Αγίου Βονιφατίου (Neue Kirche, [ζ]) η κατασκευή του οποίου είχε ανατεθεί το 1699 στον Γιόχαν Φρίντριχ Βέντερ. Η συμφωνία με τον Βέντερ προέβλεπε πως οι εργασίες θα είχαν ολοκληρωθεί μέχρι τις 24 Ιουνίου 1701, ωστόσο το όργανο ήταν τελικά έτοιμο προς χρήση περίπου δύο χρόνια αργότερα. Οργανίστας της εκκλησίας ήταν ο Αντρέας Μπέρνερ (1673-1728) και προκαλεί εντύπωση το γεγονός πως τη δοκιμή του οργάνου δεν ανέλαβε ο ίδιος, αλλά διορίστηκε ο δεκαοχτάχρονος Μπαχ. Δεν ήταν απλώς οι αδιαμφισβήτητες ικανότητες του Μπαχ που συνετέλεσαν στην επιλογή, καθώς υπήρχαν και άλλοι οργανίστες, μεγαλύτεροι σε ηλικία και εμπειρότεροι. Όμως ο Γιόχαν Σεμπάστιαν διέθετε κάτι που τον ακολουθούσε παντού και συντελούσε στο να γίνεται προτιμητέος -όταν δεν υπήρχαν άλλες σκοπιμότητες: το όνομα Μπαχ και τις διασυνδέσεις της οικογένειας στην ευρύτερη περιοχή της Θουριγγίας. Στο παρελθόν, τουλάχιστον επτά μέλη της οικογένειας εργάστηκαν ως μουσικοί ή οργανίστες της πόλης. Δύο σημαντικές διασυνδέσεις για τον νεαρό Μπαχ στο Άρνσταντ ήταν ο οργανίστας Κρίστοφ Χέρτουμ, καθώς και ο δήμαρχος της πόλης, Μάρτιν Φέντχαους. Ο πρώτος είχε νυμφευτεί την κόρη του Χάινριχ Μπαχ, Μαρία Καταρίνα, ενώ οι αδελφές της γυναίκας του δεύτερου είχαν επίσης παντρευτεί με συγγενείς του Σεμπάστιαν Μπαχ. [44]

Αριστερά: H σημερινή Εκκλησία Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ στο Άρνσταντ (πρώην Neue Kirche), όπου ο Μπαχ διορίστηκε ως οργανίστας το 1703. Δεξιά: Το εκκλησιαστικό όργανο του Βέντερ.

Την εις βάθος γνώση της δομής του εκκλησιαστικού οργάνου που, τελικά, θα τον έκανε έναν από τους πλέον περιζήτητους ειδικούς στην Κεντρική Γερμανία, ο Μπαχ την απέκτησε μέσα από τις πολλές διαδικασίες κουρδίσματος και επισκευής των εκκλησιαστικών οργάνων, στις οποίες ήταν παρών όλα τα περασμένα χρόνια, όπως λ.χ. στις αναβαθμίσεις των εκκλησιαστικών οργάνων στο Άιζεναχ και στο Όρντρουφ. Αυτή η εμπειρία, έγινε ακόμη μεγαλύτερη στο Λύνεμπουργκ και στο Αμβούργο, κατά κύριο λόγο, μέσω των συζητήσεων που κατά κόρον άκουγε μεταξύ των εκτελεστών και των κατασκευαστών εκκλησιαστικών οργάνων. Ο Μπαχ εντυπωσίασε το ακροατήριο με το -προσεκτικά επιλεγμένο από τον ίδιο- πρόγραμμα που παρουσίασε και, δικαίωσε την απόφαση για την επιλογή του.

Ο διορισμός του Μπαχ στο Άρνσταντ συνοδευόταν από έναν αξιοπρεπέστατο μισθό (84 φλωρίνια και 6 γρόσια ετησίως [45]) αλλά και από ένα αυστηρό συμβόλαιο, το οποίο ο Γιόχαν Σεμπάστιαν τελικά δεν τήρησε λόγω της μεγάλης του καλλιτεχνικής φιλοδοξίας. Το εκκλησιαστικό όργανο της Neue Kirche ήταν ό,τι καλύτερο για τον Μπαχ εκείνη την εποχή: καινούργιο, μεγάλο (21 Συστοιχίες, 2 Χειρόπληκτρα και Πεντάλ) με καθαρό και κρυστάλλινο ήχο και, κυρίως, με το καινούργιο σύστημα κουρδίσματος του διακεκριμένου Γερμανού θεωρητικού τού 17ου αιώνα, Αντρέας Βέρκμαϊστερ (Andreas Werckmeister), που προσέγγιζε κατά πολύ το σημερινό ευέλικτο συγκερασμένο σύστημα και επέτρεπε τη χρήση τονικοτήτων με πολλές αλλοιώσεις (υφέσεις/διέσεις). [46] Το συγκεκριμένο εκκλησιαστικό όργανο υπάρχει ακόμη και σήμερα στην Neue Kirche του Άρνσταντ, όμως τα αυθεντικά και φθαρμένα τμήματα από την εποχή εκείνη, εκτίθενται στο μουσείο της πόλης. Τα καθήκοντά του περιελάμβαναν κυρίως τη συνοδεία των εκκλησιαστικών λειτουργιών, καθώς και τη συντήρηση του οργάνου, αφήνοντάς του αρκετό ελεύθερο χρόνο για περαιτέρω μελέτη και σύνθεση.

Δύο χρόνια μετά τον διορισμό του Μπαχ, δημιουργήθηκαν προστριβές με το εκκλησιαστικό συμβούλιο. Η αφορμή δόθηκε από ένα επεισόδιο που είχε ο Μπαχ με κάποιον σπουδαστή της ορχήστρας, ονόματι Γκέγιερσμπαχ. Ο Μπαχ παρουσιάστηκε ενώπιον του συμβουλίου στις 4 Αυγούστου 1705 και παραπονέθηκε πως ο σπουδαστής τού επιτέθηκε στο δρόμο, ζητώντας συγχρόνως την τιμωρία του. [47] Καθώς φαίνεται, η ακραία συμπεριφορά του Γκέγιερσμπαχ οφειλόταν σε ένα προσβλητικό σχόλιο του Μπαχ, ο οποίος τον είχε αποκαλέσει υποτιμητικά «αρχάριο (γερμ. Zippel) φαγκοτίστα» [η]). Το συμβούλιο δέχτηκε πως ο Γκέγιερσμπαχ ήταν υπαίτιος για το ακραίο αυτό συμβάν, ωστόσο κατέκρινε και τον Μπαχ για το σχόλιό του, επισημαίνοντας την γενικότερη προβληματική σχέση του με τους σπουδαστές [θ], και ζητώντας του τη στενότερη συνεργασία μαζί τους. Ο Μπαχ έθεσε ως όρο την παρουσία ενός ικανού μουσικού διευθυντή, για να εισπράξει, όμως, την άρνηση του συμβουλίου. Λίγους μήνες αργότερα, η απροθυμία του Μπαχ να δουλέψει με τη μαθητική χορωδία έγινε εκ νέου θέμα διαμάχης με το συμβούλιο. Τον Νοέμβριο του 1705, o Μπαχ ζήτησε και πήρε άδεια ενός μήνα για να πάει να ακούσει τον Μπουξτεχούντε στο Λύμπεκ. Αυτό ήταν ένα όνειρο ζωής για τον Μπαχ, ανάλογο με εκείνα για τους Μπεμ και Ράινκεν. Ως ειδικός τού εκκλησιαστικού οργάνου, ο Μπουξτεχούντε διατηρούσε στενή επαφή με τον Βέρκμάιστερ, του οποίου το νέο συγκερασμένο σύστημα κουρδίσματος διέδιδε με θέρμη. Στη μουσική του, ο Μπουξτεχούντε ενσωμάτωνε ένα σύνολο επιρροών από διάφορους συνθέτες της εποχής, επιδράσεις από την Αγγλική μουσική (στα έργα του για βιόλα ντα γκάμπα), Γαλλικές επιρροές (χορωδιακά στο ύφος τού Ζαν Μπατίστ Λυλί) και τέλος Ιταλικές (Φρεσκομπάλντι, Λεγκρέντσι και Τζάκομο Καρίσιμι). Μελετούσε επίσης όλα τα μοντέρνα είδη μουσικής τού 17ου αιώνα. Αυτά, στο επίπεδο τής φωνητικής μουσικής, ήταν το φωνητικό κοντσέρτο, το μοτέτο, το κοράλ, η άρια και το ρετσιτατίβο και, στο επίπεδο της οργανικής μουσικής, η τοκάτα, το πρελούδιο, η φούγκα, η σακόν, η καντσόνα, η σουίτα, η σονάτα και οι παραλλαγές. Το συγκεκριμένο ταξίδι ήταν μεγάλο (400 χιλιόμετρα με την επιστροφή), πιθανόν να έγινε με τα πόδια και, ο Μπαχ θεώρησε ότι δεν θα τού ξαναδινόταν τέτοια ευκαιρία, με αποτέλεσμα να απουσιάσει 4 μήνες. Στο διάστημα της απουσίας του είχε φροντίσει να προσλάβει ως αντικαταστάτη τον ξάδελφό του, Γιόχαν Ερνστ Μπαχ, ο οποίος μάλιστα τον διαδέχτηκε λίγο αργότερα.

Ο Μπαχ απολογήθηκε ενώπιον του συμβουλίου στις 21 Φεβρουαρίου 1706 δηλώνοντας πως στο διάστημα της απουσίας του είχε φροντίσει να προσλάβει ως αντικαταστάτη τον ξάδελφό του, ελπίζοντας έτσι πως δεν θα προέκυπτε κανένα θέμα με την εκτέλεση του οργάνου. [48] Το συμβούλιο εξέφρασε τότε τη δυσαρέσκειά του σχετικά με το γεγονός πως ο Μπαχ είχε εφαρμόσει πολλές περίεργες παραλλαγές, συνδυάζοντας «πολλούς παράξενους τόνους μέσα στη μουσική του, φέρνοντας σε αμηχανία το εκκλησίασμα…» [49] Είναι σαφές ότι το ταλέντο του Μπαχ, οι προχωρημένες για την εποχή εκτελεστικές του ικανότητες -κυρίως με βάση τον αυτοσχεδιασμό- και, ιδιαιτέρως, η εκούσια απόκλιση από το Εκκλησιαστικό Τυπικό, που καθόριζε τον κορμό της Λουθηρανικής Λειτουργίας προκάλεσαν την απορία, αρχικά, και την οργή, αργότερα, του εκκλησιαστικού συμβουλίου. Στις 11 Νοεμβρίου του ίδιου έτους, το συμβούλιο επανέφερε το ζήτημα της συνεργασίας του με τη μαθητική χορωδία, αυτή τη φορά με αφορμή ένα άλλο περιστατικό, όταν ο Μπαχ επέτρεψε την παρουσία μίας γυναίκας στη χορωδία χωρίς άδεια. [ι] Από τα επίσημα πρακτικά του εκκλησιαστικού συμβουλίου είναι σαφές πως. ο Μπαχ δεν κατάφερε να διαμορφώσει αρμονικές σχέσεις με τα μέλη του, ούτε με τους σπουδαστές της χορωδίας. Αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός πως οι φιλοδοξίες του ξεπερνούσαν κατά πολύ τις περιορισμένες δυνατότητες που του προσέφερε το Άρνσταντ, τον ώθησαν στην απόφαση να αναζητήσει σύντομα άλλες επαγγελματικές ευκαρίες. Εξάλλου, είχε ήδη αρχίσει να γίνεται ευρύτερα γνωστός για τις ικανότητές του και σύμφωνα με τον Φόρκελ (1920) του είχαν προσφερθεί διάφορες άλλες θέσεις. [6]

Είναι βέβαιο πως στη διάρκεια της παραμονής του στο Άρνσταντ, ο Μπαχ εργάστηκε με ζήλο για να εξελίξει την τεχνική του και τις εκτελεστικές του ικανότητες, ειδικότερα πάνω στην τέχνη του αυτοσχεδιασμού. Το ρεπερτόριο και οι πρώιμες συνθέσεις του περιλάμβαναν χορωδιακά έργα διαφόρων ειδών (παρτίτες, πρελούδια, κ.ά.), φαντασίες, πρελούδια, τοκάτες, συνθέσεις για όργανο και τσέμπαλο, σουίτες, σονάτες και παραλλαγές. Πιθανόν ορισμένα από τα πρώτα σχεδιάσματα για το Μικρό Βιβλίο για το Εκκλησιαστικό Όργανο (π.χ. για τα έργα BWV 601 και BWV 639) ανάγονται στην περίοδο του Άρνσταντ, όπως επίσης και η Πασακάλια σε Ντο Ελάσσονα (BWV 582) που αποτελεί φόρο τιμής στον Μπουξτεχούντε και στον Ράινκεν. [50] Από τα έργα του Μπαχ που χρονολογούνται από την εποχή του Άρνσταντ, πρέπει να γίνει ιδιαίτερη μνεία στη διάσημη Τοκάτα και Φούγκα σε Ρε Ελάσσονα (BWV 565). Για το συγκεκριμένο έργο έχουν γραφεί διάφορα -κυρίως λόγω του ύφους και της δομής του- που δεν συνάδουν με την εποχή Μπαρόκ, όπως λ.χ. οι συνεχείς παράλληλες οκτάβες στην εισαγωγή. Ο Βολφ αποδίδει τις συγκεκριμένες «ιδιομορφίες» σε δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, στο ότι ο νεαρός συνθέτης δεν έχει ακόμη κατασταλάξει στο τόσο ιδιαίτερο και αναγνωρίσιμο ύφος που χαρακτηρίζει τα έργα του και, δεύτερον, στo ελάττωμα που παρουσίαζε το -κατά τα άλλα μοντέρνο- εκκλησιαστικό όργανο στο Άρνσταντ, να μη διαθέτει Συστοιχία των 16-ποδών (manualiter). Έτσι, γίνεται σαφές ότι ο διπλασιασμός στις οκτάβες ήταν ένας ευφυής τρόπος, ώστε να αντισταθμιστεί αυτή η έλλειψη και άρα να δημιουργηθεί ένας ήχος organo pleno που, τυπικά, απαιτεί την ανάγκη ενός βασίμου 16-ποδών. [51] Αυτές ακριβώς οι «ιδιομορφίες» καθιστούν το συγκεκριμένο έργο τόσο αγαπητό και αναγνωρίσιμο, όχι μόνον στους μουσικούς κύκλους (κλασική μουσική, rock, pop και jazz) όπου υπέστη αναρίθμητες μεταγραφές και διασκευές, αλλά και στη λαϊκή κουλτούρα όπου έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον (λ.χ. στον κινηματογράφο, στα βιντεοπαιχνίδια κ.α.).

Στο Μυλχάουζεν (1707-1708)

Το Μυλχάουζεν γύρω στα 1650 [Merian, Matthäus (1653). Topographia Saxoniae Inferioris, Frankfurt am Main].

Στις αρχές Δεκεμβρίου του 1706 πέθανε ο φημισμένος οργανίστας της Εκκλησίας του Αγίου Βλασίου (Blasiuskirche) στο Μυλχάουζεν (Mühlhausen), Γιόχαν Γκέοργκ Άλε (1651-1706) και τον Απρίλιο του επόμενου έτους ο Μπαχ διαγωνίστηκε για την κενή θέση. Αίτηση υπέβαλε επίσης ο Γιόχαν Γκότφριντ Βάλτερ, οργανίστας στην Εκκλησία του Αγ. Θωμά στο Έρφουρτ και στενός φίλος του Μπαχ, ο οποίος όμως, αν και έλαβε πρόσκληση για μια ακρόαση, απέσυρε την υποψηφιότητά του και αργότερα κατέλαβε τη θέση του οργανίστα στη Στάντκίρχε (Stadtkirche) της Βαϊμάρης. Όπως αποδεικνύουν και τα επίσημα πρακτικά του δημοτικού συμβουλίου της πόλης, ο Μπαχ ήταν τελικά ο μοναδικός υποψήφιος[52]. Το Μυλχάουζεν, σε απόσταση περίπου 60 χιλιομέτρων από το Άρνσταντ, ήταν σημαντική ελεύθερη αυτοκρατορική πόλη με καλύτερες επαγγελματικές προοπτικές σε σύγκριση με το Άρνσταντ, που διέθετε μάλιστα αρκετές εκκλησίες, με σημαντικότερες τις γοτθικές εκκλησίες του Αγ. Βλασίου και της Παρθένου Μαρίας (Μάριενκιρχε). Ένας από τους δημοτικούς συμβούλους της πόλης, μεταξύ αυτών που θα επέλεγαν τον νέο οργανίστα, ήταν και ο Γιόχαν Χέρμαν Μπέλστεντ, του οποίου ο αδελφός είχε παντρευτεί τη Σουζάνα Μπάρμπαρα Βέντεμαν, θεία της Μαρία Μπάρμπαρα. Πιθανότατα ήταν και εκείνος που πρότεινε τον Μπαχ για τη θέση του οργανίστα[53]. Στην επιτυχημένη πρόβα ενώπιον της κριτικής επιτροπής, ο Μπαχ εκτέλεσε μία ή δύο καντάτες και πιθανότατα την υπ’ αριθμόν 4, Christ lag in Todes Banden, στην οποία επεξεργάστηκε τις επτά στροφές τού ύμνου που έγραψε ο Λούθηρος για το Πάσχα.[54] Στις 14 Ιουνίου 1707 διαπραγματεύτηκε τους όρους του συμβολαίου του, ζητώντας τον ίδιο μισθό που λάμβανε στο Άρνσταντ και λίγο αργότερα υπέβαλε επίσημα την παραίτησή του στο εκκκλησιαστικό συμβούλιο του Αγ. Βονιφατίου του Άρνσταντ. Τον Ιούλιο του 1707 ανέλαβε επίσημα τα καθήκοντά του, με ένα συμβόλαιο ανάλογο με εκείνο στο Άρνσταντ.[55] Εκεί, γρήγορα ήρθε να τον συναντήσει και η μέλλουσα σύζυγός του, Μαρία Μπάρμπαρα. Ο γάμος τους τελέστηκε στις 17 Οκτωβρίου, στο Ντόρνχαϊμ, και μαζί απέκτησαν τα επόμενα χρόνια επτά παιδιά, τέσσερα εκ των οποίων επιβίωσαν, ανάμεσά τους και οι Βίλχελμ Φρίντεμαν και Καρλ Φίλιπ Εμάνουελ, σημαντικοί μεταγενέστεροι συνθέτες.

Το εκκλησιαστικό όργανο της Blasiuskirche δεν ήταν κακό. Επειδή όμως κάποια τμήματά του ήταν ήδη εκατόν πενήντα ετών και παρουσίαζαν ελαττώματα, ο Μπαχ κατάφερε μετά από λίγο καιρό, να πείσει το Ενοριακό συμβούλιο να αναληφθεί μιας μεγάλης κλίμακας ανανέωση και περαιτέρω επέκταση του εκκλησιαστικού οργάνου στο σύνολό του, μόλις είκοσι χρόνια μετά την τελευταία επιθεώρηση και επισκευή του.[56][57] Το γεγονός αυτό, δείχνει τη μεγάλη εμπιστοσύνη και εκτίμηση που είχαν στο νεαρό οργανίστα οι ιθύνοντες, λαμβανομένου υπ’όψιν ότι είχε αναλάβει τα καθήκοντά του, μόλις μισό χρόνο πριν. Στις 4 Φεβρουαρίου 1708, ο Μπαχ παρουσίασε, με αφορμή την ετήσια αλλαγή του δημοτικού συμβουλίου, την περίφημη καντάτα Gott ist mein König (BWV 71). Ο Βολφ αναφέρει χαρακτηριστικά: «Το έργο παρουσιάστηκε στην άλλη επίσημη εκκλησία του Μυλχάουζεν, την Marienkirche. Η ευρύχωρη εκκλησία με τα πολλά, οριοθετημένα από κιονοστοιχίες, κλείτη, είχε φιλοξενήσει αρκετές φορές πολυχορωδιακή μουσική. Ποτέ όμως, στο τεσσάρων αιώνων παρελθόν της, η εξαιρετική ακουστική τού χώρου δεν τιμήθηκε από τέτοιο μεγαλόπρεπο και πολυποίκιλτο ήχο, ενός οργανικού-φωνητικού συνόλου, υπό την επιδέξια διεύθυνση του νέου της οργανίστα. Εκείνη τη μέρα, τον Φεβρουάριο του 1708, ο Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, ακολουθώντας το πρότυπο των περίφημων Abend-Musiken του Μπουξτεχούντε από το Λύμπεκ, δημιούργησε ένα πρωτόγνωρο για την εποχή και τα δεδομένα της πολυθέαμα, με βάση τον διαχωρισμό των οργάνων και των φωνών σε ομάδες. Μ’αυτό τον τρόπο, κατόρθωσε να θέσει τις βάσεις για έναν, χωρίς καμία υπερβολή, στερεοφωνικό ήχο, που ερχόταν από δύο χορωδίες και τέσσερα οργανικά σύνολα».[58] Η ίδια η χειρόγραφη παρτιτούρα τής καντάτας BWV 71, είναι σαφέστατη στο διαχωρισμό φωνών και οργάνων, και περιλαμβάνει όπως προαναφέρθηκε, έξι εν συνόλω διακριτές μονάδες, συν το εκκλησιαστικό όργανο. Το συμβούλιο τύπωσε όχι μόνο το λιμπρέτο, όπως άλλωστε συνηθιζόταν, αλλά και τη μουσική της καντάτας, ενδεικτικό της εντύπωσης που πρέπει να προκάλεσε η εκτέλεσή της[6].

Αριστερά: H Εκκλησία του Αγ. Βλασίου στο Μυλχάουζεν. Δεξιά: Άποψη από το εσωτερικό της εκκλησίας.

Σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, ο Μπαχ συνειδητοποίησε πως η θέση στο Μυλχάουζεν δεν κάλυπτε τις φιλοδοξίες του, παρά το γεγονός πως ο μισθός του ήταν καλός, αλλά και οι αρχές και το εκκλησίασμα, τού είχαν δείξει εξαιρετική συμπάθεια.[59] Ένας από τους λόγους ήταν ίσως οι περιορισμένες δυνατότητες σύνθεσης και εκτέλεσης ορχηστρικών έργων, καθώς οι περισσότερες, αν όχι όλες οι καντάτες που συνέθεσε την περίοδο αυτή, δεν ανταποκρίνονταν στο ρεπερτόριο της εκκλησίας του Αγ. Βλασίου, το οποίο παρέμενε πιστό στη μουσική προσέγγιση του Γιόχαν Γκέοργκ Άλε[60]. Στην επιστολή παραίτησής του ο Μπαχ αναφέρεται σε «εμπόδια» που συνάντησε στην προσπάθειά το να υπηρετήσει μια καλώς (δια)κανονισμένη εκκλησιαστική μουσική, τα οποία δεν θα ήταν εύκολο να ξεπεραστούν[61]. Σύμφωνα με τον Spitta (1899a), τα βαθύτερα αίτια αυτών των εμποδίων σχετίζονταν με τη διένεξη μεταξύ των ορθόδοξων Λουθηρανών, οι οποίοι ήταν λάτρεις της μουσικής και των Πιετιστών (Ευσεβιστών) κάποιας λουθηρανικής αίρεσης, οι οποίοι ήταν αυστηροί πουριτανοί και αποθάρρυναν τη χρήση της μουσικής στα εκκλησιαστικά δρώμενα.[62] Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε πως την ίδια στιγμή που ένα μέρος των κατοίκων της πόλης άκουγαν με θαυμασμό και εκτίμηση το ρεπερτόριο του Μπαχ, ένα άλλο τμήμα του εκκλησιάσματος αντιμετώπιζε το έργο του με καχυποψία.

Το καλοκαίρι του 1708 ο Μπαχ έπαιξε μπροστά στον δούκα της Βαϊμάρης, Βίλχελμ Ερνστ, ο οποίος του πρόσφερε μια θέση στην Αυλή του. Στις 25 Ιουνίου υπέβαλε επισήμως την επιστολή παραίτησής του στο συμβούλιο του Μυλχάουζεν, η οποία έγινε δεκτή με τον όρο πως θα εξακολουθούσε να παρέχει βοήθεια στο έργο της επισκευής του οργάνου της εκκλησίας του Αγ. Βλασίου. Για το σκοπό αυτό, και με δεδομένο πως οι εργασίες για το νέο όργανο ολοκληρώθηκαν το 1709, πρέπει να ταξίδεψε τουλάχιστον μία φορά από τη Βαϊμάρη, ίσως και συχνότερα[63]. Στην επιστολή του ανέφερε πως είχε «ως απώτερο σκοπό μία καλύτερη ζωή και μία καλώς (δια)κανονισμένη εκκλησιαστική μουσική».[64]. Μαζί με τις επαγγελματικές προοπτικές που του ανοίγονταν στη Βαϊμάρη, ο υψηλότερος μισθός που εξασφάλιζε στο νέο του πόστο ήταν σίγουρα ένα ακόμα ισχυρό κίνητρο για τον Μπαχ, ειδικά με δεδομένο πως σύντομα θα γινόταν οικογενειάρχης. Διάδοχός του στο Μυλχάουζεν ήταν ο ξάδελφός του, Γιόχαν Φρίντριχ.

Επιστροφή στη Βαϊμάρη (1708-1717)

Ο Μπαχ, μαζί με την τεσσάρων μηνών έγκυο σύζυγό του, βρισκόταν ξανά στο δρόμο για τη Βαϊμάρη στα μέσα Ιουνίου τού 1708 επιστρέφοντας ως ένας διακεκριμένος εκτελεστής. Η Βαϊμάρη ήταν πρωτεύουσα του δουκάτου Σαξωνίας-Βαϊμάρης, αν και πολύ μικρότερη από το Μυλχάουζεν, με πληθυσμό περίπου πέντε χιλιάδων κατοίκων. Για πολλές δεκαετίες την εξουσία ασκούσαν δύο δούκες από τον Ερνεστιανό κλάδο τού οίκου τής Σαξωνίας, που δεν αποτελούσαν και το ευτυχέστερο δίδυμο όσον αφορά στη συνύπαρξή τους. Το 1683, οι δούκες Βίλχελμ Ερνστ και Γιόχαν Ερνστ, κληρονόμησαν την εξουσία από τον αποβιώσαντα πατέρα τους, ενώ τον Γιόχαν Ερνστ διαδέχτηκε ο γιος του, Ερνστ Αουγκούστ το 1709. Οι σχέσεις μεταξύ του Βίλχελμ Ερνστ και του μικρότερου κατά 26 ολόκληρα χρόνια ανηψιού του υπέφεραν από έλλειψη αλληλοκατανόησης που οφειλόταν στο χάσμα γενεών αφ’ενός, στην ασυμφωνία των χαρακτήρων τους αφ’ετέρου.[65] Έτσι κατά τη διάρκεια της δεκαεννιαετούς, από κοινού, άσκησης της εξουσίας στη Βαϊμάρη, επιδίδονταν σε μία, άνευ προηγουμένου, προκλητική διαμάχη που κάποτε έφθανε στα όρια του παραλογισμού. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα δύο αδέλφια έμεναν σε διαφορετικά μέγαρα, στο «Κίτρινο» και «Κόκκινο» παλάτι αντίστοιχα, και απαγόρευαν στους μουσικούς που έπαιζαν στο δικό τους μέγαρο να εμφανίζονται και στο άλλο.[66] Ο Μπαχ δεν το γνώριζε αυτό όταν διορίστηκε από τον Βίλχελμ Ερνστ, αλλά η αξία του ήταν τέτοια που κατάφερε όχι μόνο να κρατάει ίσες αποστάσεις από τους αδελφούς, αλλά να πληρώνεται και από τους δύο[67].

Πορτραίτο που αποδίδεται στον Γιόχαν Ερνστ Ρεντς τον πρεσβύτερο και ίσως απεικονίζει τον Γ. Σ. Μπαχ σε ηλικία περίπου τριάντα ετών (περ. 1715). (Angermuseum, Ερφούρτ)

Ο τίτλος του Μπαχ, όπως καταγράφεται στη διαταγή διορισμού του[68], ήταν αυτός του οργανίστα, ωστόσο σε επίσημα έγγραφα περιγράφεται επίσης ως αυλικός μουσικός (Cammermusicus), συνεπώς θα πρέπει να είχε συμμετοχή σε διάφορα μουσικά δρώμενα, στα πλαίσια της Αυλής του δούκα. Ο μισθός του έφτανε αρχικά τα 150 φλωρίνια (περιλαμβάνοντας ακόμα πρόσθετα επιδόματα σε είδος[69]), αλλά το 1711 και το 1713, με απόφαση του ο Βίλχελμ Ερνστ, αυξήθηκε στα 200 και 215 φλωρίνια, αντίστοιχα. Διάφορες ιστορικές πηγές εκθειάζουν την ποιότητα του εκκλησιαστικού οργάνου που βρισκόταν στο παρεκκλήσι του παλατιού του Βίλχελμ Ερνστ. Ήταν έργο του φημισμένου Γερμανού κατασκευαστή Λούντβιχ Κομπένιους που υπέστη αρκετές αλλαγές λίγο πριν το διορισμό του Μπαχ. Ανάλογες βελτιώσεις υπέστη αργότερα και κατά τη διάρκεια της παραμονής του Μπαχ, σε συνεργασία με τον κατασκευαστή Χάινριχ Νίκολαους Τρεμπς[κ]. Εκτός από το εκκλησιαστικό όργανο του Χίμελσμπουργκ (γερμ. Himmelsburg, μτφρ. «Κάστρο του Παρδείσου»), όπως χαρακτηριστικά αποκαλούσαν το παρεκκλήσι του κάστρου της Βαϊμάρης, στη διάθεση του Μπαχ ήταν επίσης εκείνο του Γιόχαν Γκότφριντ Βάλτερ στην εκκλησία Σταντκίρχε (Stadtkirche). Στα βασικά του καθήκοντα περιλαμβάνονταν η εκτέλεση των εισαγωγών (χορικά πρελούδια), η συνοδεία όλων των ύμνων που έψαλλε το εκκλησίασμα και τέλος, οι επίλογοι (ποστλούδια), σε κάθε λειτουργία, Κυριακάτικη ή εορταστική.[70]. Δεδομένη θα πρέπει να θεωρείται ωστόσο η συμμετοχή του σε κάθε είδους μουσικές εκδηλώσεις, σύμφωνα με τις επιθυμίες και προς τέρψη της δουκικής οικογένειας.

Τον Δεκέμβριο του 1713 επισκέφτηκε το Χάλλε (Halle) και δοκίμασε το εκκλησιαστικό όργανο της εκκλησίας Liebfrauenkirche, το οποίο επρόκειτο να ανακαινιστεί. Ο Μπαχ εντυπωσίασε τις τοπικές αρχές και εξέτασε την προοπτική να αναλάβει εκεί τη θέση του οργανίστα, την οποία κατείχε μέχρι το 1712 ο δάσκαλος του Χέντελ, F. W. Zachow[71]. Στην καθιερωμένη πρόβα, εκτέλεσε μία καντάτα[λ] και στις 13 Δεκεμβρίου έλαβε προφορικά την προσφορά των αρχών της εκκλησίας. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα αν ο Μπαχ χρησιμοποίησε τη θέση στο Χάλε ως μια μορφή πίεσης για να βελτιώσει τους όρους εργασίας του στη Βαϊμάρη[72]. Άλλοι πιθανοί λόγοι για τους οποίους εξέτασε την προοπτική του Χάλε ίσως σχετίζονται με το εκκλησιαστικό όργανο της Liebfrauenkirche, το οποίο αναμφίβολα αποτελούσε πόλο έλξης, ή με εσωτερικά προβλήματα της Αυλής της Βαϊμάρης, τα οποία σε ένα βαθμό συντέλεσαν αργότερα στην απόφασή του να αναχωρήσει για το Καίτεν[73]. Δεδομένο είναι πως ο Μπαχ είχε αμφιβολίες και διαπραγματεύτηκε σχετικά με τους οικονομικούς όρους της προσφοράς που του έγινε, ωστόσο εν τέλει αποφάσισε να παραμείνει στην Αυλή του Βίλχελμ Ερνστ, όπου πολύ σύντομα εξασφάλισε νέα αύξηση μισθού στα 250 φλωρίνια. Επιπλέον, στις 2 Μαρτίου 1714, διορίστηκε στη θέση του διευθυντή κοντσέρτων (Konzertmeister)[74][μ], ένας τίτλος που στη Γερμανία ήταν ο δεύτερος στην ιεραρχία για τους ανώτατους μουσικούς. Το γεγονός πως κατείχε συγχρόνως δύο θέσεις, του οργανίστα της Αυλής και του διευθυντή ορχήστρας, μαρτυρά τις ικανότητές του τόσο στον τομέα της εκτέλεσης όσο και σε αυτόν της σύνθεσης. H εκτίμηση του δούκα Ερνστ στο πρόσωπο του Μπαχ εκδηλώθηκε έμπρακτα για μία ακόμα φορά στις 25 Μαρτίου 1715, όταν με απόφασή του επρόκειτο να λαμβάνει τα ίδια επιμίσθια με τον Καπελμάιστερ (Kappelmeister) Γιόχαν Σάμουελ Ντρέζε.

Χειρόγραφη παρτιτούρα του Μπαχ (BWV 639) από το Μικρό βιβλίο για το εκκλησιαστικό όργανο (Orgel-Büchlein).

Στη Βαϊμάρη γεννήθηκαν έξι από τα παιδιά του Μπαχ: η Καταρίνα (1708 - 14 Ιανουαρίου 1774), ο Βίλχελμ Φρίντεμαν (γέν. 22 Νοεμβρίου 1710), τα δίδυμα παιδιά του που γεννήθηκαν στις 23 Φεβρουαρίου 1713 αλλά πέθαναν μετά από λίγες ημέρες, ο Καρλ Φίλιπ Εμάνουελ (γεν. 8 Μαρτίου 1714) και ο Γιόχαν Γκότφριντ Μπέρνχαρντ (γέν. 11 Μαΐου 1715). Τα δύο πρώτα χρόνια ως διευθυντής ορχήστρας, απολάμβανε σίγουρα μία ευτυχισμένη οικογενειακή και επαγγελματική ζωή. Για πρώτη φορά, είχε την ευκαιρία να διευθύνει σύνολα που τα αποτελούσαν αξιόλογοι επαγγελματίες μουσικοί, παρουσιάζοντας νέα έργα κάθε μήνα, ενώ παράλληλα, διέθετε αρκετό χρόνο και για τους μαθητές του. Δεν είναι τυχαίο ότι κατά τη διάρκεια αυτής της πολύ δημιουργικής περιόδου συνέθεσε τα πρώτα του αριστουργήματα και τα περισσότερα έργα για το εκκλησιαστικό όργανο. Η ενασχόλησή του συμπεριλάμβανε και πάμπολλα έργα αυτοσχεδιαστικού χαρακτήρα που δεν αποτυπώθηκαν ποτέ σε παρτιτούρα. Ο Μπαχ ενδιαφερόταν άμεσα για τον αυτοσχεδιασμό, διότι μέσα απ’αυτόν, έβρισκε τα κατάλληλα ερεθίσματα που θα τού χρησίμευαν για τα μεγάλα του έργα, και προκαλούσαν τα συνθετικά του ένστικτα, μιας και απαιτούσαν υψηλό βαθμό προετοιμασίας και εξάσκησης.[75] Τελειοποίησε τον τρόπο γραφής του με εξόχως δραματικές εισαγωγές, ρυθμικές αγωγές και αρμονικά σχήματα που έχουν ως προέλευσή τους τους μεγαλύτερους Ιταλούς συνθέτες της εποχής: Βιβάλντι, Κορέλλι, Τορέλλι, Μαρτσέλλο. Ο Μπαχ θαύμαζε τους συγκεκριμένους μουσικούς, ιδιαιτέρως τον πρώτο, του οποίου πολλά έργα μετέγραψε (κοντσέρτα για έγχορδα και πνευστά) για το εκκλησιαστικό όργανο ή άλλα πληκτροφόρα. Εδώ έγραψε, μεταξύ άλλων, αρκετές Καντάτες[ν], τα πρώτα Πρελούδια και Φούγκες που, αργότερα, θα αποτελέσουν τη βάση για το Καλοσυγκερασμένο Κλειδοκύμβαλο,[76] τις πρώτες Σονάτες και Παρτίτες για Βιολί σόλο, τη Φούγκα για Βιολί και Μπάσο Κοντίνουο (BWV 1026) και πολλά έργα για το εκκλησιαστικό όργανο, μεταξύ των οποίων και το περίφημο Μικρό βιβλίο για το εκκλησιαστικό όργανο (Orgel-Büchlein), ένα εξαιρετικά πρωτοποριακό έργο αφιερωμένο στον γιό του Βίλχελμ Φρίντεμαν, μεγάλης εκπαιδευτικής σημασίας. Το έργο αυτό δεν ήταν στατικό αλλά δυναμικό, δηλαδή, ο Μπαχ έγραφε μικρές συνθέσεις για το εκκλησιαστικό όργανο που τις τοποθετούσε σε ειδικές θέσεις (θώκους) μέσα στο βιβλίο, τις οποίες είχε προβλέψει εκ των προτέρων όχι απαραίτητα με τη σειρά και, ανάλογα με την εκπαιδευτική τους αξία.[77] Η φιλοδοξία του ήταν να το συμπληρώνει διαρκώς, μέχρι την ολοκλήρωσή του μετά από αρκετά χρόνια και ανάλογα με τη δυσκολία των συνθέσεων/ασκήσεων. Το έργο αυτό παρέμεινε ασυμπλήρωτο, υπό την έννοια της αρχικής σκέψης του δημιουργού του, για λόγους που δεν είναι γνωστοί. Το πιθανότερο είναι ότι ο Μπαχ απλώς δεν προλάβαινε να ασχοληθεί με αυτό, λόγω των αυξημένων επαγγελματικών του υποχρεώσεων.[78]

Στη Βαϊμάρη, ο Μπαχ διέθετε αρκετούς μαθητές, γεγονός που θεωρείται από ορισμένους ενδεικτικό της φήμης που είχε ήδη αποκτήσει ως δάσκαλος. Παρόλα αυτά είναι δύσκολο να εκτιμηθεί κατά πόσο ο αριθμός των μαθητών του ήταν πράγματι μεγαλύτερος του συνηθισμένου, καθώς λόγω της ιδιαιτερότητας του εκκλησιαστικού οργάνου, οι σπουδαστές του ήταν υποχρεωμένοι εκ των πραγμάτων να μάθουν υπό την επίβλεψη του οργανίστα της εκκλησίας ή της Αυλής, ο οποίος είχε και την αποκλειστική ευθύνη για τη χρήση του. Ο Γιόχαν Μάρτιν Σούμπαρτ, ένας από τους μαθητές του από την περίοδο του Μυλχάουζεν, τον ακολούθησε στη Βαϊμάρη και αργότερα τον διαδέχτηκε στη θέση του οργανίστα. Την ίδια θέση ανέλαβε μετά τον Σούμπαρτ ένας ακόμα μαθητής του Μπαχ, ο Γιόχαν Κάσπαρ Φόγκλερ. Άλλοι γνωστοί μαθητές του ήταν ο Γιόχαν Τομπίας Κρεμπς, καθώς και δύο μέλη της οικογένειας Μπαχ, ο Γιόχαν Λόρεντζ (1695-1773), μετέπειρα Κάντορας στο Λαμ, και ο Γιόχαν Μπέρνχαρντ (1700-43), με καταγωγή από το Όρντρουφ. Ο πρώτος, βρέθηκε στη Βαϊμάρη το Φθινόπωρο του 1713 και πιθανώς αναχώρησε τον Ιούλιο του 1717, ενώ ο τελευταίος σπούδασε με τον θείο του περίπου από το 1715 μέχρι τον Μάρτιο του 1719, την ίδια περίοδο με τον Σάμουελ Γκμέλιν (1695-1752)[6]. Ο Γιόχαν Γκότχιλφ Τσίγκλερ (1688-1747), σπουδαστής στο Πανεπιστήμιο του Χάλε που μαθήτευσε επίσης δίπλα στον Μπαχ. Στην αίτησή του, μερικά χρόνια αργότερα, για μία θέση οργανίστα στο Χάλε, επισημαίνει πως είχε διδαχτεί να εκτελεί τα κοράλ «όχι αυτοσχέδια», αλλά σύμφωνα με την «αίσθηση των λέξεων»[79]. Από έναν άλλο μαθητή του στη Βαϊμάρη, τον Φίλιπ Ντάβιντ Κρόιτερ, αντλούνται ορισμένες λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με τα μαθήματα που παρέδιδε. Ο Κρόιτερ ταξίδεψε στη Βαϊμάρη από το Άουγκσμπουργκ και σπούδασε δίπλα στον Μπαχ από τον Μάρτιο του 1712 μέχρι τον Σεπτέμβτιο του 1713, με υποτροφία από τη σχολή του[80]. Λίγο μετά την άφιξη του, κατέγραψε τις πρώτες εντυπώσεις του σε αναφορά που έστειλε στη σχολική επιτροπή των υποτροφιών, αναφέροντας πως ο Μπαχ είχε ζητήσει ως αμοιβή εκατό τάλερ[ξ], την οποία όμως ο Κρόιτερ κατάφερε να διαπραγματευτεί, πληρώνοντας τελικά μόνο ογδόντα. Στην αμοιβή συμπεριλαμβανόταν οικοτροφία, πιθανότατα στην οικία του Μπαχ. Η διδασκαλία διαρκούσε έξι ώρες την ημέρα και ήταν αφιερωμένη κυρίως πάνω στη σύνθεση και σε διάφορα όργανα. Τον υπόλοιπο χρόνο, ο Κρόιτερ είχε τη δυνατότητα να εξασκείται και να αντιγράφει παρτιτούρες, έχοντας ελεύθερη πρόσβαση σε όλα τα έργα του Μπαχ[81].

Αναμνηστική πλάκα στο σημείο που βρισκόταν η οικία του Μπαχ στη Βαϊμάρη.

Μετά το θάνατο του Γιόχαν Σάμουελ Ντρέζε, την 1η Δεκεμβρίου του 1716, ο Μπαχ πίστευε πως ήταν ο ιδανικός διάδοχός του για τη θέση του Καπελμάιστερ. O δούκας Βίλχελμ Ερνστ πρόσφερε τη θέση αρχικά στον Γκέοργκ Φίλιπ Τέλεμαν και όταν εκείνος αρνήθηκε έδειξε προτίμηση στον γιο του Ντρέζε, Βίλχελμ, ο οποίος από το 1704 ήταν δεύτερος στην ιεραρχία ως βοηθός Καπελμάιστερ. Για την τελική επιλογή του, ο δούκας έλαβε πιθανότατα υπόψη την υφιστάμενη ιεραρχία και την πολυετή προσφορά της οικογένειας Ντρέζε, ωστόσο το γεγονός προκάλεσε την έντονη δυσαρέσκεια του Μπαχ, που διέκρινε πως δεν είχε πολλά περιθώρια περαιτέρω ανέλιξης στη Βαϊμάρη, με αποτέλεσμα να αρχίσει να αναζητά άλλες επαγγελματικές διεξόδους. Στην πραγματικότητα, η δυσφορία του Μπαχ στην αυλή της Βαϊμάρης είχε αρχίσει να εντείνεται ήδη από καιρό. Αν και δεν κατάφερε να εξασφαλίσει τη θέση του Καπελμάιστερ στην Γκότα, το καλοκαίρι του 1717 παρουσιάστηκε μία ακόμα ευκαιρία, αυτή τη φορά για την αντίστοιχη θέση στο Άνχαλτ-Καίτεν (Anhalt-Cöthen), μετά από πρόσκληση του πρίγκιπα Λεοπόλδου. Είχε προηγηθεί η γνωριμία τους τον Ιανουάριο του 1716, με αφορμή το γάμο της αδελφής του πρίγκιπα με τον δούκα Ερνστ Αουγκούστ, γιο του Γιόχαν Ερνστ. Ο γηραιότερος δούκας, Βίλχελμ, αναμφίβολα ενοχλημένος από την επιδίωξη του Μπαχ να εγκαταλείψει την Αυλή της Βαϊμάρης και ακόμα περισσότερο από το γεγονός πως αυτό γινόταν μέσω των σχέσεών του με το «Κόκκινο Παλάτι», αρνήθηκε να τον απαλλάξει από τα καθήκοντά του. Κατά το Φθινόπωρο του 1717, ο Μπαχ επισκέφτηκε τη Δρέσδη, όπου εκλήθη να αντιμετωπίσει σε έναν άτυπο διαγωνισμό δεξιοτεχνίας πάνω στο εκκλησιαστικό όργανο, τον φημισμένο εκείνη την εποχή Γάλλο δεξιοτέχνη Λουί Μαρσάν, ο οποίος όμως προτίμησε να αποσυρθεί. Ο Μπαχ έπαιξε μόνος του, δίνοντας ένα εντυπωσιακό ρεσιτάλ και καθιερώθηκε πλέον ως ο δεινότερος εκτελεστής εκκλησιαστικού οργάνου του καιρού του.[82] Μετά την επιστροφή του στη Βαϊμάρη, ο Μπαχ πίεσε εκ νέου τον δούκα, με σκοπό να εξασφαλίσει την ελευθερία του, ωστόσο εκείνος οργισμένος διέταξε στις 6 Οκτωβρίου τη φυλάκισή του μέσω διατάγματος. Στις 2 Δεκεμβρίου, με νέο διάταγμα, αποφυλακίστηκε και του επετράπη τελικά να συνεχίσει τις δραστηριότητές του στην καινούργια του θέση.

Στο Καίτεν (1717-1723)

Τον Δεκέμβριο του 1717, ο Μπαχ ξεκίνησε μια νέα καριέρα στο Καίτεν (Anhalt-Cöthen) ως Καπελμάιστερ πλέον, έχοντας δηλαδή ανέλθει στην ανώτατη βαθμίδα της μουσικής του σταδιοδρομίας. Το Καίτεν, μία μάλλον βαρετή γερμανική κωμόπολη, ήταν σαφώς πολύ μικρότερο από τη Βαϊμάρη, με μία μόνο Λουθηρανική εκκλησία, της οποίας το εκκλησιαστικό όργανο ήταν σε κακή κατάσταση. Ο πρίγκιπας της πόλης Λεοπόλδος (1694-1728) ήταν εξαιρετικά φιλόμουσος και σχετικά καλός εκτελεστής[83]. Κάποια από τα έργα που ο Μπαχ συνέθεσε στο Καίτεν φαίνεται ότι έχουν ως αφορμή αυτές τις ικανότητες του εργοδότη του. Ο Λεοπόλδος ήταν Καλβινιστής και, σε αντίθεση με τον Λουθηρανό Μπαχ, δεν επιθυμούσε τόσο την ακρόαση θρησκευτικής μουσικής. Έτσι, ο Σεμπάστιαν επικέντρωσε το ενδιαφέρον του στη μουσική δωματίου και την ορχηστρική μουσική[84]. Αυτός ήταν ίσως και ένας βασικός λόγος για τον οποίο αποδέχτηκε την πρόσκληση του πρίγκιπα Λεοπόλδου, σε συνδυασμό με το γεγονός πως είχε στη διάθεσή του μερικούς από τους καλύτερους εκτελεστές εκείνης της εποχής, χωρίς να υποτιμάται και η προσωπική φιλία που είχε αναπτύξει με τον πρίγκιπα[85]. Ο βασικός του μισθός ήταν 400 τάλερ (διπλάσιος από αυτόν του προκατόχου του, Α. Ρ. Στρίκερ) και με πρόσθετα επιδόματα μπορούσε να φτάσει τα 450, καθιστώντας έτσι τον Μπαχ το δεύτερο υψηλότερα αμοιβόμενο μέλος της Αυλής του Καίτεν[6]. Όταν ο Μπαχ ανέλαβε τα καθήκοντά του στα τέλη του 1717, η ορχήστρα της Αυλής του Καίτεν διέθετε δεκαέξι μουσικούς (αριθμός που παρέμεινε περίπου σταθερός σε όλη τη διάρκεια της παραπονής του) και η σύνθεσή της διέφερε αρκετά από αυτή της Βαϊμάρης. Τα σημαντικότερα μουσικά γεγονότα στο Καίτεν περιλάμβαναν τα γενέθλια του πρίγκιπα Λεοπόλδου, στις 10 Δεκεμβρίου, και τον εορτασμό της πρωτοχρονιάς.

Μόνο ένα πολύ μικρό μέρος των συνθέσεων του στο Καίτεν διασώζεται. Είναι γενικά εξαιρετικά δύσκολο να γίνει σήμερα γνωστό το πότε ο Μπαχ άρχισε ένα έργο, διότι δεν άφηνε στοιχεία. Είναι ευκολότερο να γνωρίζουμε πότε τα ολοκλήρωνε, με βάση την ημερομηνία εκτέλεσής τους, ή την ημερομηνία έκδοσής τους. Στο Καίτεν, πολλά από τα παλαιότερα έργα του αναθεωρούνται και αποκτούν την τελική τους μορφή, όπως οι Σουίτες Για Ορχήστρα, οι Σονάτες και Παρτίτες Για Βιολί σόλο, οι Έξι Σουίτες Για Βιολοντσέλο σόλο, οι Γαλλικές Σουίτες και οι Αγγλικές Σουίτες για πληκτροφόρα.[86] Εδώ αποπεράτωσε τα φημισμένα Βρανδεμβούργια Κοντσέρτα και κάποιες κοσμικές καντάτες αφιερωμένες στον πρίγκηπα Λεοπόλδο. Στο Καίτεν, ο Μπαχ ασχολήθηκε επίσης με το διδακτικό του έργο. Συνέχισε το Μικρό Βιβλίο Για Το Εκκλησιαστικό Όργανο, έγραψε ακόμα τα δύο Μικρά Βιβλία Για Την Άννα Μαγδαληνή Μπαχ και ολοκλήρωσε το πρώτο βιβλίο από το Καλοσυγκερασμένο Κλειδοκύμβαλο. Τέλος, σύνθεσε και αφιέρωσε στο γιό του Βίλελμ Φρήντεμαν (Wilhelm Friedemann), τις 15 Δίφωνες Inventions και τις 15 Τρίφωνες Sinfonia’s για Πληκτροφόρα.[87]

Αυτή την περίοδο ταξίδεψε επίσης περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Η συνολική εξέταση των μετακινήσεων του υποδεικνύει πως σε αντίθεση με τον κοσμοπολίτη Γκέοργκ Φρήντριχ Χαίντελ, ο Μπαχ έζησε και δραστηριοποιήθηκε σε έναν σχετικά μικρό γεωγραφικό χώρο. Τα επαγγελματικά του ταξίδια, είτε για κάποια προσωπική υπόθεση, όπως η εξέταση ενός εκκλησιαστικού οργάνου, είτε για υποθέσεις του πρίγκιπα, συνέβαλαν όχι μόνο στο να εμπλουτίσει τις μουσικές και πολιτιστικές του εμπειρίες, αλλά και στο να διευρύνει τους πολιτικούς και γεωγραφικούς του ορίζοντες[88]. Το 1719, ο Μπαχ αποπειράθηκε να συναντήσει τον φημισμένο Χαίντελ στο σχετικά κοντινό Χάλλε. Μόλις όμως έφθασε εκεί, έμαθε ότι ο Χαίντελ είχε μόλις φύγει από την πόλη. Ακολούθησε μία ακόμα αποτυχημένη προσπάθειά του, με αποτέλεσμα οι δύο μεγαλύτεροι συνθέτες της Μπαρόκ περιόδου να μην συναντηθούν ποτέ[89][ο], προς μεγάλη απογοήτευση του Μπαχ που θαύμαζε τον Χαίντελ[90]. Τον Μάιο του 1718 βρέθηκε στο Κάρλσμπαντ, μαζί με τον πρίγκιπα Λεοπόλδο και άλλους μουσικούς, για περίπου πέντε εβδομάδες, ενώ στις αρχές του 1719 επισκέφτηκε το Βερολίνο, όπου διαπραγματεύτηκε την αγορά ενός νέου τσέμπαλου.

Αναμνηστική πλάκα με την προτομή τού Μπαχ στο Καίτεν

Η σύζυγός του Μαρία Μπάρμπαρα πέθανε απρόσμενα τον Ιούλιο του 1720[91], ενώ ο Μπαχ απουσίαζε με τον πρίγκιπα Λεοπόλδο για μία δεύτερη επίσκεψή τους στο Κάρλσμπαντ. Λίγο αργότερα, ο Μπαχ επισκέφτηκε το Αμβούργο και, φανερά επηρεασμένος από το θλιβερό γεγονός, σκέφτηκε σοβαρά να αναπληρώσει την κενή θέση της εκεί εκκλησίας του Αγίου Ιακώβου. Στις 28 Νοεμβρίου διοργανώθηκε ένας διαγωνισμός για τους συνολικά οκτώ υποψήφιους για τη θέση, ωστόσο ο Μπαχ έπρεπε να επιστρέψει στο Καίτεν πέντε ημέρες νωρίτερα, πιθανόν για τη προετοιμασία των εορτασμών για τα γενέθλια του πρίγκιπα. Η επιτροπή δεν έμεινε ικανοποιημένη από την απόδοση των τεσσάρων υποψηφίων που τελικά συμμετείχαν στην ακρόαση και επιχείρησε ανεπιτυχώς να πείσει τον Μπαχ να αναλάβει τη θέση. Ίσως ένας από τους λόγους για τους οποίους τελικά δεν αποδέχτηκε την πρόταση της επιτροπής του Αγ. Ιακώβου ήταν η αδυναμία του ή άρνησή του να καταβάλει το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων μάρκων (μια μορφή σιμωνίας) που απαιτούσε η εκκλησία[92]. Κατά την παραμονή του στο Αμβούργο, ο Μπαχ έδωσε ένα ρεσιτάλ σε άλλη εκκλησία της πόλης παρουσία του μέντορά του Ράινκεν. Ο γηραιός μουσικός, ακούγοντας τον Μπαχ να αυτοσχεδιάζει στο εκκλησιαστικό όργανο, τού είπε ευγενικά: «Νόμιζα ότι η συγκεκριμένη τέχνη είχε πεθάνει, αλλά είναι φανερό ότι επιζεί μέσα σας».[93][94] Στις 22 Φεβρουαρίου 1721, ο Μπαχ βίωσε την απώλεια ενός ακόμα αγαπημένου προσώπου, του μεγαλύτερου αδελφού του, Γιόχαν Κρίστοφ. Στις 3 Δεκεμβρίου του 1721, ο Μπαχ νυμφεύτηκε την κατά 16 έτη νεότερή του Άννα Μαγδαληνή Βίλκε (Anna Magdalena Wilcke), θυγατέρα αυλικού τρομπετίστα και καλή υψίφωνος.[95] Μαζί της απέκτησε 13 παιδιά, από τα οποία επέζησαν τα έξι, μεταξύ των οποίων και ο αξιόλογος μεταγενέστερος συνθέτης Γιόχαν Κρίστιαν Μπαχ.

Λίγες ημέρες μετά το γάμο του Μπαχ με την Άννα Μαγδαληνή, νυμφεύτηκε και ο πρίγκιπας Λεοπόλδος την εξαδέλφη του και πριγκίπισσα του Άνχαλτ-Μπέρνμπουργκ, Φρεντερίκα. Το χαρμόσυνο για τον πρίγκιπα γεγονός είχε ωστόσο αρνητική επίδραση στις καλές, μέχρι τότε, σχέσεις του Μπαχ με τον Λεοπόλδο. Η πριγκίπισσα ήταν - όπως την περιέγραψε ο Μπαχ σε επιστολή του στον φίλο του, Γκέοργκ Έρντμαν - «μία άμουση» (eine Amusa)[96] και πράγματι δεν μοιραζόταν ούτε στο ελάχιστο το ενδιαφέρον του συζύγου της για τη μουσική. Ταυτόχρονα, η οικονομική επιχορήγηση του πρίγκηπα για τα διάφορα καλλιτεχνικά δρώμενα μειώθηκε αισθητά, διότι πολλά χρήματα πήγαιναν για την ενίσχυση του Πρωσσικού στρατού. Αν και η αρνητική επιρροή της Φρεντερίκα δεν ήταν ο κύριος λόγος για τον οποίο ο Μπαχ αποφάσισε να εγκαταλείψει το Καίτεν, αναμφίβολα έπαιξε κάποιο ρόλο. Ο Μπαχ σκεφτόταν σοβαρά το μέλλον των παιδιών του και όταν το 1722 χήρευσε η θέση του Κάντορα Γιόχαν Κούναου στην εκκλησία του Αγ. Θωμά της Λειψίας υπέβαλε αίτηση για την αναπλήρωσή της. Συνολικά έξι υποψήφιοι έδειξαν ενδιαφέρον, μεταξύ αυτών και ο Τέλεμαν που βρισκόταν εκείνη την εποχή στο Αμβούργο. Παρά το γεγονός πως ο Τέλεμαν δεν επιθυμούσε να διδάξει λατινικά, όπως προέβλεπαν τα καθήκοντα της θέσης του Κάντορα, οι αρχές της Λειψίας τον προσέλαβαν, ωστόσο η υπόθεσή του δεν προχώρησε καθώς δεν εξασφάλισε την ελευθερία του από τους εργοδότες του στο Αμβούργο. Στη δοκιμαστική ακρόαση της 7ης Φεβρουαρίου 1723, ο Μπαχ εκτέλεσε τις καντάτες αρ. 22 και 23 και ήταν ένας από τους συνολικά τρεις υποψήφιους που εξετάστηκαν για τη θέση. Οι άλλοι υποψήφιοι αρνήθηκαν τη διδασκαλία, όπως είχε κάνει νωρίτερα και ο Τέλεμαν, με αποτέλεσμα να επιλεγεί τελικά ο Μπαχ. Για τα μέλη των αρχών της Λειψίας, ο Μπαχ αποτελούσε μια κατ’ ανάγκη μέτρια επιλογή, αλλά και για τον Μπαχ η θέση του Κάντορα ήταν ένα βήμα προς τα πίσω[6]. Τον Απρίλιο του 1723, ο Μπαχ ζήτησε και πήρε την άδεια να εγκαταλείψει το Καίτεν[97], αναλαμβάνοντας ένα μήνα αργότερα τα νέα του καθήκοντα στη Λειψία.

Στη Λειψία (1723-1750)

Τον Μάιο του 1723 ο Μπαχ μετακόμισε στη Λειψία με 4 άμαξες γεμάτες με τα πράγματά του.[98] Η Λειψία δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλη πόλη, όμως ήταν το σημαντικότερο εμπορικό κέντρο σε μία ευρύτατη περιοχή, με διαποτάμιες μεταφορές αγαθών, τράπεζες και διεθνείς εκθέσεις που προσείλκυαν κάθε χρόνο χιλιάδες επισκεπτών. Όμως, πέραν τούτου, η Λειψία ήταν έδρα και ενός Πανεπιστημίου (Academia Lipsiensis), διάσημου στη Γερμανία για το υψηλό επίπεδο σπουδών του. Τέλος, η πόλη με τα θαυμάσια κτίρια, πλατείες και πάρκα, είχε καταστεί μία από τις έδρες της διεθνούς μπουρζουαζίας και είχε ονομαστεί «Μικρό Παρίσι».[99] Ο Μπαχ διορίστηκε ως Κάντορας (Cantor Figuralis) μετά από επιτυχή εξέταση[100] που έδωσε στις τοπικές εκκλησιαστικές αρχές ενώπιον του καθηγητή θεολογίας Ντ. Γιόχαν Σμιντ, προκειμένου να ελεγχθεί η κατάρτισή του στα θεολογικά ζητήματα. Συγκεκριμένα, ο Μπαχ διορίστηκε ως Κάντορας της Σχολής του Αγ. Θωμά - στην οποία και εγκαταστάθηκε - και Διευθυντής Εκκλησιαστικής Μουσικής σε 4 εκκλησίες: στον Αγ. Πέτρο (Peterskirche), στη Νέα Εκκλησία (Neue Kirche), στον Αγ. Νικόλαο (Nikolaikirche) και στον Αγ. Θωμά (Thomaskirche).[101] Επιπλέον, είχε την ευθύνη για κάποιες μουσικές εκδηλώσεις στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, ειδικότερα για την λεγόμενη Παλαιά Λειτουργία, στην εκκλησία του Αγίου Παύλου. Επειδή έπρεπε σε κάθε εκκλησία να υπάρχει ξεχωριστό χορωδιακό σύνολο που το κάθε ένα χρειαζόταν τουλάχιστον 8 τραγουδιστές (από 2 σοπράνο, άλτο, τενόροι και μπάσοι) και 4 σολίστες, χρησιμοποιήθηκε υλικό από τους περίπου 55 σπουδαστές της Σχολής του Αγ. Θωμά[6] Το πρώτο χορωδιακό σύνολο περιλάμβανε τις καλύτερες φωνές και το διηύθυνε ο ίδιος ο Κάντορας. Επίσης, υπήρχαν στην πόλη και δύο αξιολογότατα μουσικά σύνολα, τα Collegia Musica, που όμως τα τελευταία χρόνια είχαν εμφανίσει σημαντικές δυσλειτουργίες. Δεν αποκλείεται ο Μπαχ να επιχείρησε να κινητοποιήσει και να αξιοποιήσει μέλη των ορχηστρικών αυτών συνόλων. Ο περιορισμένος αριθμός επαγγελματιών μουσικών που είχε στη διάθεσή του τον ανάγκαζε άλλωστε να αναζητά μουσικούς μεταξύ των σπουδαστών του Πανεπιστημίου.

Ο Αγιος Θωμάς στη Λειψία

H θέση αυτή, που επί δυο περίπου αιώνες την κατείχαν διαπρεπείς μουσικοί, θεωρείτο ακόμα και από κοινωνική άποψη, το αποκορύφωμα της σταδιοδρομίας ενός μουσικού. Ο Μπαχ, με την 27χρονη παραμονή του στις θέσεις αυτές, υπήρξε ο δεύτερος μακροβιότερος κατέχων το πόστο, μετά τον Βαλεντίν Όττο που είχε μείνει εδώ για 40 χρόνια[102] Οι οικονομικές του απολαβές, συνυπολογίζοντας τη δωρέαν στέγασή του στη Σχολή και πρόσθετες πηγές εισόδων πέραν του βασικού μισθού, ήταν περίπου ίδιες με εκείνες στο Καίτεν. Στη Λειψία, εκτός από σύντομες διακοπές, ο Μπαχ παρέμεινε μέχρι το θάνατο του. Στην ιεραρχία της Σχολής, ο Κάντορας ήταν τρίτος, μετά τον Διευθυντή και τον αναπληρωτή Διευθυντή. Στα καθήκοντα του Κάντορα περιλαμβανόταν η διδασκαλία μουσικής και άλλων θεμάτων, καθώς και ιδιαίτερα μαθήματα σε σπουδαστές, όταν αυτό ήταν αναγκαίο. Διηύθυνε την πρώτη χορωδία (chorus primus) στις δύο κεντρικές εκκλησίες και είχε την ευθύνη για το υλικό του ρεπερτορίου και τα μουσικά όργανα. Κάθε τέταρτη εβδομάδα εκτελούσε επίσης χρέη επιθεωρητή, επιβλέποντας τους μαθητές και επιβάλλοντας πειθαρχία όποτε χρειαζόταν. Ο Μπαχ σύντομα έπεισε τον τέταρτο στην ιεραρχία της Σχολής, Φρίντριχ Πέτσολντ, να αναλάβει όσα καθήκοντά του δεν σχετίζονταν με τη μουσική, έναντι 50 τάλερ τον χρόνο.

Ο Μπαχ ξεκίνησε με τα διδακτικά του καθήκοντα στη Σχολή του Αγ. Θωμά και, λίγο αργότερα, πραγματοποιήθηκε η επίσημη τελετή για την αναγόρευσή του ως Κάντορα στην εκκλησία του Αγ. Παύλου. Εδώ, πιθανότατα, παρουσίασε την καντάτα Wer mich liebet, der wird mein Wort halten, BWV 59 (1723-24). Η πρώτη επιβεβαιωθείσα καντάτα που συνέθεσε στη Λειψία, ήταν η καντάτα Die Elenden sollen essen, BWV 75 (1723), που την παρουσίασε λίγο αργότερα. Στη Λειψία ο Μπαχ βίωσε διαφορετικές συνθήκες. Αντίθετα με την προϋπηρεσία του στις άλλες πόλεις υπήρχε μεγάλη οργάνωση σε όλα τα επίπεδα, γραφειοκρατικά, πολιτιστικά και οικονομικά. Όλα ήταν προκαθορισμένα με αυστηρότατα συμβόλαια χωρίς περιθώρια για προσωπικές διενέξεις. Ο Μπαχ βρήκε ένα ιδανικό εργασιακό περιβάλλον, όμως ήταν υποχρεωμένος να εφοδιάζει με δικά του έργα τις δύο από τις τέσσερις εκκλησίες στις οποίες ήταν διορισμένος. Συγκεκριμένα, κάθε Κυριακή και/ή κάθε εορταστική ημέρα του Εκκλησιαστικού Έτους -πλην των εβδομάδων που προηγούνται των Χριστουγέννων και του Πάσχα-, όφειλε να παρουσιάζει ένα νέο έργο για ορχηστρικό και φωνητικό σύνολο, είτε στην Thomaskirche, είτε στην Nikolaikirche, ανάλογα με την υπηρεσία.[103], δηλαδή περί τις 60 καντάτες ετησίως. Ο Μπαχ, δεδομένου ότι είχε εφαρμόσει το σύστημα των ετησίων κύκλων για τις καντάτες του, υποτίθεται ότι έγραψε 5 κύκλους. Λαμβανομένου δε υπ’όψιν ότι έχουν διασωθεί στις ημέρες μας περίπου 220 καντάτες, συμπεραίνεται ότι ένα μεγάλο μέρος από αυτά τα έργα έχουν χαθεί.

Την Μ. Παρασκευή του 1727, κλείνοντας 4 χρόνια στη Λειψία, ο Μπαχ παρουσίασε το έργο τα Κατά Ματθαίον Πάθη BWV 244. Οι εξωπραγματικές για την εποχή διαστάσεις του έργου, οι εκτελεστικές απαιτήσεις του, το εκλεπτυσμένο ύφος σε συνδυασμό με τις διφορούμενες -πάντα για την εποχή- εκφραστικές και τεχνικές δομές του, αλλά κυρίως η πνευματικότητά του, το καθιστούν ένα έργο ξεχωριστό στα μουσικά δρώμενα της έντεχνης δυτικής μουσικής. Ο ίδιος ο Μπαχ το θεωρούσε ένα ιδιαίτερο και μεγαλόπνοο έργο. Δεν είναι τυχαίο ότι, για πολλά χρόνια μετά τον θάνατό του, όταν γινόταν αναφορά στο συγκεκριμένο έργο, υπήρχε ο προσδιορισμός «Τα Μεγάλα Πάθη».[104] Οι βάσεις του έργου είχαν τεθεί νωρίτερα με το Magnificat των Χριστουγέννων, BWV 243a (1723) και το Τα Κατά Ιωάννην Πάθη, BWV 245 (1724). Ειδικά το δεύτερο, ήταν ένα από τα έργα εκείνα του Μπαχ που βρισκόταν σε δυναμική κατάσταση. Ο Μπαχ το ξεκίνησε το 1724 και, μέχρι το 1739 υπέστη τρεις πολύ μεγάλες αναθεωρήσεις, εκ των οποίων μάλιστα η τελευταία, υπήρξε αιτία προστριβής του με τις εκκλησιαστικές αρχές της πόλης.

Πέρα από τη φωνητική μουσική, ο Μπαχ ασχολήθηκε και με το αγαπημένο του εκκλησιαστικό όργανο. Από τη Λειψία χρονολογούνται μεταξύ άλλων oι ' Έξι Σονάτες (BWV 527-30), η Φαντασία και Φούγκα σε Ντο Ελάσσονα (BWV 562), τα Έξι Κοράλ (Schubler) (BWV 645-50), τα Δεκαοκτώ Κοράλ (BWV 651-68) και Το Πρελούδιο και Φούγκα σε Σολ Μείζονα (BWV 541).[105] Ο Μπαχ έπαιζε συνήθως στο μεγάλο εκκλησιαστικό όργανο της εκκλησίας του Αγ. Παύλου (Paulinerkirche), η οποία ήταν ειδικά διαμορφωμένη για μουσικές παραστάσεις. Επίσης έδωσε αρκετά ρεσιτάλ στη Δρέσδη αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές.

Ο ανδριάντας του Μπαχ στη Λειψία

Στη Λειψία, ο Μπαχ σε συνεργασία με μουσικούς αλλά και ακαδημαϊκούς κύκλους εκείνης της εποχής, θα διευρύνει την προσωπική μουσική του βιβλιοθήκη, ένα πόνημα που το είχε ξεκινήσει όταν αντέγραφε τα πρώτα του μουσικά κείμενα (παρτιτούρες), στο Όρντρουφ όπου ζούσε με τον αδελφό του. Η συλλογή του περιελάμβανε όλους τους γνωστούς και μη συνθέτες από τη Γερμανία, τη Γαλλία και την Ιταλία, ξεκινώντας από τους παλαιότερους και φθάνοντας μέχρι τους σύγχρονους, και ήταν μία από τις μεγαλύτερες εκείνων των καιρών.

Τον Μάρτιο του 1729 ανέλαβε τη διεύθυνση ενός από τα δύο σημαντικά ορχηστρικά σύνολα Collegium Musicum.[106] Οι υποχρεώσεις του αυξήθηκαν, διότι πέρα από τις καντάτες, έπρεπε να ετοιμάζει και να εκτελεί ορχηστρική μουσική με το συγκεκριμένο σύνολο κάθε εβδομάδα. Στην ορχήστρα συμμετείχαν κυρίως σπουδαστές μουσικής υψηλού επιπέδου, πολλοί από τους οποίους εξελίχθηκαν αργότερα σε κορυφαίους εκτελεστές. Με το Collegium Musicum, ο Μπαχ είχε την ευκαιρία να παρουσιάσει μερικά από τα πλέον σημαντικά ορχηστρικά του έργα. Ενδεικτικά αναφέρονται οι Σονάτες του για διάφορα όργανα (βιολί, φλάουτο, κλαβίχορδο, 2 φλάουτα, βιόλα ντα γκάμπα) και μπάσο κοντίνουο, τα περίφημα κοντσέρτα του για κλαβίχορδα (για 1, 2, 3 ή και 4 κλαβίχορδα) και μπάσο κοντίνουο, καθώς και οι Σουίτες για Ορχήστρα (BWV 1066-69). Το καλοκαίρι του 1737, ο Μπαχ παραιτήθηκε από τη διεύθυνση του Collegium Musicum, πιθανότατα λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων στον εκκλησιαστικό χώρο. Πάντως, δεν εγκατέλειψε οριστικά το συγκεκριμένο σύνολο, έδωσε μάλιστα και κάποιες έκτακτες παραστάσεις με αυτό. Ανέλαβε εκ νέου τη διεύθυνσή του το 1739 και η συνολική ενασχόληση του Μπαχ με αυτό διήρκεσε τουλάχιστον μέχρι το 1741, πιθανώς μέχρι το 1744.[107]

Με το θάνατο του πρίγκιπα Λεοπόλδου τον Μάρτιο του 1729, ο Μπαχ έχασε επισήμως τον τίτλο του Καπελμάιστερ του Καίτεν, ωστόσο φρόντισε εγκαίρως να διατηρήσει τον τίτλο του Καπελμάιστερ χάρη στις διασυνδέσεις του με την Αυλή του Δούκα της Σαξωνίας-Βάισενφελς, Κρίστιαν. Όταν ο δούκας επισκέφτηκε τη Λειψία το 1729, κατά την περίοδο του εορτασμού της πρωτοχρονιάς, Μπαχ του αφιέρωσε την καντάτα O angenehme Melodei, BWV 210a. Λίγες εβδομάδες αργότερα, ο Μπαχ ταξίδεψε στο Βάισενφελς με αφορμή τα γενέθλια του δούκα, και τότε πιθανότατα του παραχωρήθηκε ο τιμητικός τίτλος του Καπελμάιστερ της δουκικής Αυλής.

Τον Αύγουστο του 1730 σημειώθηκαν οι πρώτες του προστριβές με το εκκλησιαστικό συμβούλιο, το οποίο κατηγόρησε τον Μπαχ για αμέλεια και απουσίες του χωρίς άδεια, εξετάζοντας μάλιστα το ενδεχόμενο μείωσης των αποδοχών του. Το περιστατικό συνδέεται πιθανώς με μια γενικότερη περίοδο διατάραξης της σχολικής ζωής που ακολούθησε αμέσως μετά το θάνατο του διευθυντή της Σχολής, Γιόχαν Χάινριχ Ερνέστι. Η κατάσταση φαίνεται πως εξομαλύνθηκε όταν ανέλαβε νέος διευθυντής ο Γ. Μ. Γκέσνερ, με τον οποίο μάλιστα ανέπτυξε φιλία ο Μπαχ. Η επιστολή του στον Γκέοργκ Έρντμαν, στις 28 Οκτωβρίου 1730, μαρτυρά πάντως τη δυσαρέσκεια του Μπαχ. Σε αυτή ομολογεί πως η θέση του Κάντορα δεν είχε την αναμενόμενη αίγλη, τονίζει το υψηλότερο κόστος ζωής και κυρίως περιγράφει τους εργοδότες του ως «παράξενους» που ενδιαφέρονται πολύ λίγο για τη μουσική[108]. Στη διάρκεια της παραμονής του στη Λειψία, οι σχέσεις του με τις εκκλησιαστικές αρχές ήταν γενικά καλές, όχι όμως και με το δημοτικό ή σχολικό συμβούλιο. Από τις αρχές του 1730, ο Μπαχ επιχείρησε να αναπτύξει στενότερους δεσμούς με την πόλη της Δρέσδης, μέσα από ρεσιτάλ ή εμφανίσεις με την ορχήστρα του Collegium Musicum. Τον Ιούλιο του 1733 επισκέφτηκε την πόλη και παρουσίασε μέρη από τη Λειτουργία σε σι ελάσσονα (BWV 232) παρουσία του νέου Ελέκτορα της Σαξωνίας, Φρίντριχ Αουγκούστ Β’, υποβάλλοντας μάλιστα επισήμως τo αίτημα να υπηρετήσει στην Αυλή του[109]. Το έργο πιθανότατα παρουσιάστηκε στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας, καθώς εκεί ήταν οργανίστας από τον Ιούνιο του 1733 ο γιος του Μπαχ, Βίλχελμ Φρίντεμαν, και το εκκλησιαστικό όργανο που διέθετε ήταν το καλύτερο της πόλης. Το αίτημα του Μπαχ έμεινε για περίπου τρία χρόνια αναπάντητο, έτυχε όμως θετικής ανταπόκρισης όταν αποφάσισε να το επαναφέρει στις 27 Σεπτεμβρίου 1736, αυτή τη φορά ζητώντας να του παραχωρηθεί ο τίτλος του «Συνθέτη» της Αυλής.

Η δεκαετία 1730-40 υπήρξε η πιο παραγωγική για τον συνθέτη και, γενικότερα, μια από τις πιο παραγωγικές στην ιστορία της έντεχνης δυτικής μουσικής. Τα έργα που συνέθεσε ο Μπαχ αυτή την περίοδο είναι τεράστιας εμβέλειας, ποιοτικής και ποσοτικής. Τα κυριότερα από αυτά είναι: Ορατόριο Χριστουγέννων (BWV 248), Ορατόριο Πάσχα (BWV 249), Κατά Ιωάννην Πάθη (BWV 245) (αναθεωρημένη έκδοση), Κατά Μάρκον Πάθη (BWV 247) (χαμένο), Λειτουργία σε σι ελάσσονα (BWV 232) (2 μέρη, ολοκληρώθηκε αργότερα), Λειτουργία σε Λα Μείζονα (BWV 234), Λειτουργία σε Φα Μείζονα (BWV 233), Magnificat σε Ρε Μείζονα (BWV 243) και το Καλοσυγκερασμένο Κλειδοκύμβαλο (2ο Βιβλίο). Σε αυτά δεν περιλαμβάνονται οι εβδομαδιαίες καντάτες, η μεγάλη σειρά για τα πληκτροφόρα υπό την ονομασία Clavier-Übung και τα έργα για το Collegium Musicum. H σειρά για τα πληκτροφόρα περιλάμβανε τέσσερα μέρη που εκδόθηκαν την περίοδο 1731-41: Clavier-Übung Ι (Παρτίτες, BWV 825-830), Clavier-Übung ΙI (Ιταλικό Κοντσέρτο, BWV 971 και Γαλλική Ουβερτούρα, BWV 831), Clavier-Übung ΙII (Γερμανική Λειτουργία για το Εκκλησιαστικό Όργανο, BWV 669-689, και τα έργα BWV 552, 802-805) και Clavier-Übung ΙV (Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ, BWV 988).

Τα τελευταία χρόνια

Η επίσκεψη του Μπαχ στο Πότσνταμ τον Μάιο του 1747 εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο σημαντικά γεγονότα της ζωής του. Το ταξίδι του συνδυάστηκε με μία επίσκεψη στο Βερολίνο, όπου ο γιος του, Καρλ Φίλιπ Εμάνουελ, ήταν οργανίστας στην Αυλή του βασιλιά Φρειδερίκου B' της Πρωσίας. Τρία χρόνια νωρίτερα, ο Εμάνουελ είχε παντρευτεί την Γιοχάνα Μαρία Ντάνεμαν (1724-95), κόρη εμπόρου, με την οποία απέκτησε έναν γιο το Δεκέμβριο του 1745. Ο Μπαχ είχε επισκεφτεί το Βερολίνο τελευταία φορά το 1741, ωστόσο οι εχθρότητες μεταξύ Πρωσίας και Σαξωνίας δεν του είχαν επιτρέψει να ταξιδέψει μετά το γάμο του γιου του και τη γέννηση του εγγονού του. Το ενδιαφέρον του να επισκεφτεί το Πότσνταμ πρέπει να προκάλεσαν και οι μουσικές εκδηλώσεις που διοργάνωνε εκεί ο Φρειδερίκος, ο οποίος έπαιζε μάλιστα φλάουτο. Οι λεπτομέρειες της συνάντησης του Μπαχ με τον βασιλιά καταγράφηκαν στον τύπο της εποχής. Σύμφωνα με την μάλλον εγκυρότερη εκδοχή της εφημερίδας Spenersche Zeitung (11 Μαΐου 1747), ο βασιλιάς Φρειδερίκος συμφώνησε να παίξει ένα θέμα στο κλαβίχορδο, πάνω στο οποίο ο Μπαχ θα αυτοσχεδίαζε. Ο Καπελμάιστερ το έκανε με τρόπο εντυπωσιακό, ενθουσιάζοντας τόσο τον βασιλιά όσο και το πλήθος που τους παρακολουθούσε, προκαλώντας το θαυμασμό όλων. Ο Μπαχ βρήκε μάλιστα το μουσικό θέμα του βασιλιά τόσο καλό που εξέφρασε την επιθυμία να το καταγράψει και να το εκδώσει στη μορφή φούγκας[110]. Μια ελαφρώς διαφορετική εκδοχή και πρόσθετα στοιχεία δίνει ο Φόρκελ, ο οποίος πληροφορήθηκε το γεγονός από τον Βίλχελμ Φρίντεμαν Μπαχ που συνόδευε τον πατέρα του στο ταξίδι. Σύμφωνα με τον Φόρκελ, όταν ο Μπαχ έπαιξε τον αυτοσχεδιασμό, ο βασιλιάς τον προκάλεσε να παίξει μιά φούγκα σε έξι μέρη πάνω στο δοσμένο θέμα. Ο Μπαχ απάντησε με κάποια ελαφρά τροποποίηση του αρχικού θέματος, διότι δεν γίνονται όλα τα θέματα φούγκες, εντυπωσιάζοντας τους παρισταμένους[111]. Την επόμενη μέρα έδωσε, κατόπιν πρόσκλησης, ένα ρεσιτάλ στην εκκλησία του Αγίου Πνεύματος (Heiliggeistkirche) του Πότσνταμ παρουσία του βασιλιά. Μετά την επιστροφή του στη Λειψία εξέδωσε ένα ολοκληρωμένο έργο, αφιερωμένο στον βασιλιά και βασισμένο στο θέμα που του είχε δώσει στο Πότσνταμ. Το έργο αυτό ήταν η Μουσική Προσφορά (BWV 1079), ένα σύνολο από δύο φούγκες, μία τρίο σονάτα (φλάουτο, βιολί και μπάσο καντίνουο) και κανόνες.

Τον Ιούνιο του 1747, παρά κάποιον αρχικό δισταγμό, έγινε μέλος της Correspondierende Sozietät der Musicalischen Wissenschaften, μιας κοινότητας για τις μουσικές επιστήμες που είχε ιδρύσει το 1738 ο πολυμαθής Λόρεντς Κρίστοφ Μίτσλερ. Τα μέλη της επικοινωνούσαν μέσω αλληλογραφίας δύο φορές το χρόνο, ανταλάσσοντας μουσικά νέα και δοκίμια ή άλλα θεωρητικά και μη έργα, είτε δικά τους είτε που οι ίδιοι επέλεγαν να μοιραστούν. Έχοντας σπουδάσει θεολογία στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας και μουσική δίπλα στον Μπαχ, ο Μίτσλερ ενδιαφερόταν να βρει μία μαθηματική και φιλοσοφική βάση για τη μουσική τέχνη. Μέλη της ίδιας κοινότητας ήταν και άλλοι φημισμένοι συνθέτες, όπως ο Τέλεμαν και ο Χαίντελ, γεγονός που μάλλον αποτέλεσε τον λόγο για τον οποίο συμμετείχε και ο Μπαχ[6]. Στα πλαίσια αυτής της κοινότητας, ο Μπαχ παρουσίασε τη σύνθεση Vom Himmel hoch (BWV 769) και έστειλε στα υπόλοιπα μέλη ένα μέρος από τις Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ. Κατά τον Καρλ Φίλιπ Εμάνουελ, δεν έδειξε πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για τα «στεγνά, μαθηματικά θέματα»[112], με οποία ασχολούταν ο Μίτσλερ, ωστόσο δεν αποκλείεται η άποψη αυτή να υποτιμά την πραγματική και ενδεχομένως στενότερη σχέση του Μπαχ με την κοινότητα [113].

Στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας της ζωής του, ο Μπαχ συνέθεσε το μεγάλης κλίμακας έργο που είναι σήμερα γνωστό με τον τίτλο Τέχνη της Φούγκας (BWV 1080). Πρόκειται για μία σειρά από φούγκες και κανόνες για το κλειδοκύμβαλο πάνω σε ένα θέμα, όπου τα όρια από όλες τις μέχρι τότε γνωστές φόρμες και στυλ, καταργούνται στην ουσία, μέσω της αντιστικτικής διαχείρισης πάνω σε δύο, τρεις, ή και τέσσερις φωνές. Τα πρώτα σχεδιάσματα του έργου, που εκδόθηκε ένα χρόνο μετά το θάνατό του, χρονολογούνται στις αρχές της δεκαετίας του 1740. Το αποτέλεσμα είναι πολύ παραπάνω από τη σπουδή μίας φούγκας. Είναι η επιτομή της δυνατότητας επεξεργασίας ενός δοσμένου θέματος μέσω αντιστικτικών τεχνικών υψηλών απαιτήσεων.[114] Το έργο έμελλε να παραμείνει ανολοκλήρωτο, καθώς ο Μπαχ επεξεργαζόταν την τελευταία φούγκα μέχρι το θάνατό του.

Η υγεία του Μπαχ ήταν σε γενικές γραμμές καλή,[28] μέχρι την άνοιξη του 1749, οπότε παρουσιάστηκε μία ραγδαία επιδείνωση στην όρασή του, που οδήγησε τελικά σε ολοκληρωτική τύφλωση[6]. Εκείνη την εποχή, με τις συνθήκες φωτισμού που υπήρχαν, ήταν πολύ εύκολο για κάποιον που εργαζόταν σκληρά τις νύχτες να εμφανίσει προβλήματα στην όραση, ιδιαίτερα για τους μουσικούς. Τα αίτια του συγκεκριμένου προβλήματος παραμένουν άγνωστα, λόγω έλλειψης ιατρικών στοιχείων. Πιο πιθανό θεωρείται να έπασχε από διαβήτη[115], που υπέσκαπτε σταδιακά την υγεία του εκδηλώνοντας κάποια στιγμή, απότομα, τα φανερά συμπτώματά του. Έτσι πιθανότατα εξηγείται η ραγδαία επιδείνωση της κατάστασης των ματιών του. Το άμεσο επακόλουθο ήταν η δυσλειτουργία στη γραφή του και επομένως στην εργασία του γενικότερα.[116] Παρά ταύτα, ο Μπαχ παρουσίασε τον Αύγουστο του 1749 ένα από τα πλέον φιλόδοξα έργα του, την καντάτα με τίτλο Wir danken dir, Gott, wir danken dir (BWV 29), όπου μάλιστα είχε ο ίδιος το ρόλο του σολίστα στο εκκλησιαστικό όργανο.[117] Αργότερα, και παρά την κατάσταση της υγείας του, συμπλήρωσε την Λειτουργία σε Σι Ελάσσονα (BWV 232) και συνέχισε να επεξεργάζεται την Τέχνη της Φούγκας. Στα τέλη Μαρτίου του 1750 ο Μπαχ ζήτησε να χειρουργηθεί από τον διάσημο εκείνη την εποχή οφθαλμίατρο Τζον Τέιλορ (“Chevalier” John Taylor), ο οποίος βρισκόταν τότε στη Λειψία για μία διάλεξη και επίδειξη των ικανοτήτων του στην οφθαλμολογία. Πιθανόν η διάγνωση του Τέιλορ ήταν πως ο Μπαχ έπασχε από γλαύκωμα ή καταρράκτη. Η τοπική εφημερίδα Vossische Zeitung της 1ης Απριλίου 1750 ανέφερε πως μια πρώτη επέμβαση στην οποία υποβλήθηκε ήταν επιτυχής, πιθανώς όμως πίσω από αυτή την εκδοχή να βρίσκεται ο ίδιος ο Τέιλορ, που κατανοώντας το ρόλο των δημοσίων σχέσεων χρησιμοποιούσε τον τύπο για να εδραιώσει τη φήμη του[118]. Λίγες ημέρες αργότερα χρειάστηκε να υποβληθεί σε νέα εγχείρηση και έκτοτε η υγεία του επιδεινώθηκε αισθητά, χάνοντας ολοκληρωτικά την όρασή του. Στη Νεκρολογία αναφέρεται πως μετά τη δεύτερη επέμβαση ήταν σχεδόν διαρκώς άρρωστος καθώς και ότι δέκα ημέρες πριν το θάνατό του ανέκτησε την όρασή του[28]. Η ακρίβεια των ισχυρισμών αυτών ελέγχεται[119], ενώ η προσωρινή ανάκτηση της όρασής του ενδεχομένως ήταν απλά μία παραίσθηση[120]. Eνώ οι ελπίδες για συνολική καλυτέρευση αναπτερώθηκαν, λίγες ώρες μετά υπέστη σοβαρό εγκεφαλικό επεισόδιο με αυξημένο πυρετό.[121] Στις 28 Ιουλίου 1750, ημέρα Τρίτη, παρουσία δύο από τους πλέον έμπειρους γιατρούς της Λειψίας, λίγο μετά τις 8 και τέταρτο το βράδυ, πέθανε «γαλήνια και ειρηνικά»[28].

Ο Τέιλορ παραμένει αμφιλεγόμενη προσωπικότητα και έχει χαρακτηριστεί από σύγχρονούς του αλλά και μεταγενέστερους ιστορικούς ως «κομπογιαννίτης»[122][123], ο οποίος αν και διέθετε ιατρικές γνώσεις διακρίθηκε στην «τέχνη της αυτοπροβολής» και η πρακτική του ήταν «ανέντιμη»[124]. Το κατά πόσο οι επεμβάσεις του επηρέασαν αρνητικά την υγεία του παραμένει, ωστόσο, άγνωστο, καθώς δεν γνωρίζουμε λεπτομερώς την κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο Μπαχ, ούτε το είδος της επέμβασης που του έγινε. Ένα δημοσίευμα της εφημερίδας Spenersche Zeitung αναφέρεται στο θάνατό του ως αποτέλεσμα δυσάρεστων συνεπειών της εγχείρησης στην οποία υποβλήθηκε[125], ενώ και ο Φόρκελ, στη βιογραφία του, σημειώνει την γενική επιδείνωση της υγείας του μετά την εγχείρηση, λόγω χρήσης βλαβερών φαρμάκων σε συνδυασμό με την επέμβαση.

Ο τάφος του Μπαχ στον Αγ. Θωμά της Λειψίας.

Η κηδεία του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ έγινε στις 31 Ιουλίου και τάφηκε στο νεκροταφείο της εκκλησίας του Αγ. Ιωάννη στη Λειψία. Για πολλά χρόνια, η ακριβής τοποθεσία του τάφου του παρέμενε άγνωστη, λόγω έλλειψης επιτύμβιας πλάκας ή κάποιων άλλων στοιχείων, γεγονός πάντως που δεν εμπόδιζε τους σπουδαστές της Σχολής τους Αγ. Θωμά να τιμούν τον δάσκαλό τους κάθε χρόνο στις 28 Ιουλίου, επί έναν αιώνα περίπου. Το 1894 πραγματοποιήθηκε εκταφή των λειψάνων του[126][π] και μεταφορά τους στην εκκλησία του Αγίου Θωμά όπου παραμένουν μέχρι σήμερα. Η μνήμη του Μπαχ τιμάται από τις Λουθηρανικές εκκλησίες στις 28 Ιουλίου. Καθώς δεν άφησε πίσω του συγκεκριμένη διαθήκη, την περιουσία του μοιράστηκαν η Άννα Μαγδαληνή (που έλαβε το ένα τρίτο), και τα εννέα εν ζωή παιδιά τους. Η απογραφή της περιουσίας του, που πραγματοποιήθηκε μετά το θάνατό του, μαρτυρά πως ο Μπαχ βρισκόταν σε καλή οικονομική κατάσταση. Το σύνολό της αποτιμήθηκε στα 1.160 τάλερ, από τα οποία θα πρέπει να αφαιρεθούν οφειλές ύψους 152 τάλερ[127]. Διέθετε, μεταξύ άλλων, δεκαεννέα μουσικά όργανα (τσέμπαλα, βιολιά, βιόλες, λαούτο και σπινέτο), περίπου ογδόντα τόμους θεολογικών βιβλίων, μία μετοχή αξίας 60 τάλερ σε μεταλλευτική εταιρεία, χρυσό, ασήμι, και άλλα πολύτιμα αντικείμενα[128].

άλλες γλώσσες
مصرى: باخ
azərbaycanca: İohann Sebastyan Bax
беларуская (тарашкевіца)‎: Ёган Сэбастыян Бах
Chavacano de Zamboanga: Johann Sebastian Bach
Mìng-dĕ̤ng-ngṳ̄: Johann Sebastian Bach
贛語: 巴赫
客家語/Hak-kâ-ngî: Johann Sebastian Bach
Bahasa Indonesia: Johann Sebastian Bach
la .lojban.: io'an.zebastian.bax
Qaraqalpaqsha: Johann Sebastian Bach
Lëtzebuergesch: Johann Sebastian Bach
Lingua Franca Nova: Johann Sebastian Bach
Basa Banyumasan: Johann Sebastian Bach
Baso Minangkabau: Johann Sebastian Bach
Bahasa Melayu: Johann Sebastian Bach
Plattdüütsch: Johann Sebastian Bach
Nedersaksies: Johann Sebastian Bach
norsk nynorsk: Johann Sebastian Bach
Livvinkarjala: Johann Sebastian Bach
armãneashti: Johann Sebastian Bach
srpskohrvatski / српскохрватски: Johann Sebastian Bach
Simple English: Johann Sebastian Bach
slovenščina: Johann Sebastian Bach
oʻzbekcha/ўзбекча: Iogann Sebastyan Bax
vepsän kel’: Bah Iogann Sebast'jan
Tiếng Việt: Johann Sebastian Bach
吴语: 巴赫
文言: 巴赫
Bân-lâm-gú: Johann Sebastian Bach
粵語: 巴哈