Βάση δεδομένων

Με τον όρο βάση δεδομένων (γαλλ.: Base de donnes, αγγλ.: database, γερμ.: Datenbank) εννοείται μία συλλογή από συστηματικά μορφοποιημένα σχετιζόμενα δεδομένα στα οποία είναι δυνατή η ανάκτηση δεδομένων μέσω αναζήτησης κατ' απαίτηση[1] [2]. Ο Αμερικανός επιστήμονας υπολογιστών Τζιμ Γκρέϊ (Jim Gray) έχει γράψει για τις βάσεις δεδομένων: «Όταν οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τις λέξεις βάση δεδομένων, διατυπώνουν στην ουσία ότι τα δεδομένα πρέπει να αυτοπροσδιορίζονται και να έχουν μια σχηματική δομή. Αυτό ακριβώς περιγράφουν οι λέξεις βάση δεδομένων»[3].

Ειδικότερα, στην επιστήμη της πληροφορικής και στην καθημερινή χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών, με τον όρο βάσεις δεδομένων αναφερόμαστε σε οργανωμένες, διακριτές συλλογές σχετιζόμενων δεδομένων ηλεκτρονικά και ψηφιακά αποθηκευμένων, στο λογισμικό που χειρίζεται τέτοιες συλλογές (Σύστημα Διαχείρισης Βάσεων Δεδομένων, ή DBMS) και στο γνωστικό πεδίο που το μελετά. Πέρα από την εγγενή της ικανότητα να αποθηκεύει δεδομένα, η βάση δεδομένων παρέχει μέσω του σχεδιασμού και του τρόπου ιεράρχησης των δεδομένων, τα αποκαλούμενα συστήματα διαχείρισης περιεχομένου, δηλαδή τη δυνατότητα γρήγορης άντλησης και ανανέωσης των δεδομένων[4].

Παραδείγματα

Ένας τηλεφωνικός κατάλογος, για παράδειγμα, θεωρείται βάση δεδομένων, καθώς αποθηκεύει και οργανώνει σχετιζόμενα τμήματα πληροφορίας, όπως είναι το όνομα και ο αριθμός τηλεφώνου. Ένα δεύτερο παράδειγμα είναι οι πίνακες δημογραφικών/στατιστικών στοιχείων[2]. Ωστόσο οι σύγχρονες βάσεις δεδομένων υλοποιούνται κυρίως ψηφιακά, με τυποποιημένες μεθόδους σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές, ελέγχονται από λογισμικό DBMS και συνιστούν αντικείμενο επιστημονικής και τεχνικής μελέτης από το αντίστοιχο ακαδημαϊκό πεδίο.

άλλες γλώσσες
Afrikaans: Databasis
አማርኛ: ዳታቤዝ
aragonés: Base de datos
العربية: قاعدة بيانات
asturianu: Base de datos
azərbaycanca: Məlumat bazası
Boarisch: Datnbank
беларуская: База даных
беларуская (тарашкевіца)‎: База зьвестак
български: База данни
বাংলা: ডেটাবেজ
brezhoneg: Stlennvon
bosanski: Baza podataka
català: Base de dades
کوردی: بنکەدراوە
čeština: Databáze
Cymraeg: Cronfa ddata
dansk: Database
Deutsch: Datenbank
English: Database
Esperanto: Datumbazo
español: Base de datos
eesti: Andmebaas
euskara: Datu-base
suomi: Tietokanta
français: Base de données
Frysk: Database
हिन्दी: डेटाबेस
hrvatski: Baza podataka
magyar: Adatbázis
interlingua: Base de datos
Bahasa Indonesia: Pangkalan data
íslenska: Gagnagrunnur
italiano: Base di dati
Basa Jawa: Basis data
қазақша: Дерекқор
kurdî: Danegeh
Lingua Franca Nova: Banco de datos
lumbaart: Database
lietuvių: Duomenų bazė
latviešu: Datubāze
олык марий: Ыҥпалыпого
македонски: База на податоци
മലയാളം: ഡാറ്റാബേസ്
Bahasa Melayu: Pangkalan data
Mirandés: Base de dados
မြန်မာဘာသာ: ဒေတာဘေ့စ်
Nederlands: Database
norsk nynorsk: Database
norsk: Database
ਪੰਜਾਬੀ: ਡਾਟਾਬੇਸ
polski: Baza danych
پښتو: توكبنسټ
português: Banco de dados
română: Bază de date
русский: База данных
sicilianu: Databbasi
Scots: Database
srpskohrvatski / српскохрватски: Baza podataka
Simple English: Database
slovenčina: Databáza
slovenščina: Podatkovna zbirka
српски / srpski: База података
Seeltersk: Doatenboank
svenska: Databas
తెలుగు: డేటాబేస్
Tagalog: Database
Türkçe: Veri tabanı
татарча/tatarça: Бирелмәләр нигезе
українська: База даних
اردو: ڈیٹا بیس
oʻzbekcha/ўзбекча: Maʼlumotlar bazasi
Tiếng Việt: Cơ sở dữ liệu
Winaray: Database
吴语: 数据库
中文: 数据库
粵語: 資料庫