Ασθένεια

Η ασθενής κορασίδα (Den syge pige). Πίνακας του Michael Ancher, 1882

Κάθε ζωντανός οργανισμός έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά τα οποία διατηρεί, για παράδειγμα η θερμοκρασία του ανθρώπου διατηρείται στους 36,7 βαθμούς Κελσίου. Η διατήρηση των χαρακτηριστικών ενός ζωντανού οργανισμού ονομάζεται ομοιόσταση και είναι η φυσιολογική κατάσταση ενός οργανισμού. Ασθένεια είναι η διαταραχή αυτής της ομοιόστασης, δηλαδή η μη φυσιολογική κατάσταση. Οι ασθένειες μπορεί να αντιμετωπιστούν επιτυχώς, να προκαλέσουν μόνιμη βλάβη ή θάνατο.

Μια ασθένεια μπορεί να οφείλεται σε διάφορους παράγοντες. Η μόλυνση και η λοίμωξη οφείλεται σε παθογόνους μικροοργανισμούς, δηλαδή σε ιούς και μικρόβια. Άλλα αίτια είναι κληρονομικά (κληρονομικές ασθένειες), διανοητικής (ψυχικής) φύσεως, μπορεί να είναι ατύχημα ή η κατάληξη μιας μάχης, επιβλαβείς ουσίες, όπως οι τοξικές, αυτοάνοσο ή ο ίδιος ο οργανισμός να μην μπορεί πλέον να αντεπεξέλθει. Ανάλογα με τη δυνατότητα αντιμετώπισης οι ασθένειες διακρίνονται σε ελαφριές, όπως ένα κρυολόγημα με βήχα και ελαφρύ πυρετό, μέτριες όπως η ανεμοβλογιά και σε σοβαρές όπως ο καρκίνος. Η ίδια ασθένεια μπορεί να επαναληφθεί.

Παράγοντες στους οποίους μπορεί να οφείλεται μια ασθένεια:

  • Παθογόνοι μικροοργανισμοί (ιοί, βακτήρια, πρωτόζωα, μύκητες)
  • Γενετικές ανωμαλίες: Οφείλονται σε ανωμαλίες του DNA ή του RNA
  • Περιβάλλον και τρόπος ζωής (κάπνισμα, κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών, ανθυγιεινή ατμόσφαιρα, κατανάλωση ακατάλληλων τροφίμων, ναρκωτικά)
  • Τέλος, υπάρχουν οι ψυχολογικές διαταραχές δηλ. ψυχικές (ή πνευματικές) ασθένειες. Μερικές απο τις ψυχολογικές διαταραχές είναι το stress , η κατάθλιψη. Τα ποσοστά της κατάθλιψης εκτος απο την ηλικία των 25+ έχουν αυξηθεί και στην παιδική ηλικία, ακόμα και στην εφηβική. Η αιτία παραμένει ανεξήγητη αλλα πολλές φορές πίσω απο μία παροδική ή χρόνια εφηβική κατάθλιψη μπορεί να κρυβεται η δυσλειτουργία του ενδοκρινικού και νευρικού συστήματος. Παράδειγμα: Η διαταραχή του θυρεοειδη αδένα (υποθυρεοειδισμός)
  • Κληρονομικές δυσλειτουργίες

Ο οργανισμός προσπαθεί να διατηρήσει την ομοιόστασή του ή να την επαναφέρει. Σε αυτήν την προσπάθεια εμφανίζει συνήθως διάφορα συμπτώματα. Τα συμπτώματα των ασθενειών μπορούν να αντιμετωπιστούν επιπλέον με φάρμακα ή με ειδικές ασκήσεις, οι μόνιμες βλάβες αντιμετωπίζονται με τεχνητά μέλη, ενώ σοβαρότερες καταστάσεις αντιμετωπίζονται με χειρουργική επέμβαση ή ραδιενέργεια.

Το ανοσοποιητικό σύστημα συμβάλλει ενάντια στους παθογόνους μικροοργανισμούς. Αρχικά, ο οργανισμός είναι ευάλωτος σε αυτές τις ασθένειες, αλλά το ανοσοποιητικό σύστημα έχει την ικανότητα να θυμάται την αντιμετώπιση προηγούμενων περιπτώσεων, ώστε να γίνεται αποτελεσματικότερο με το πέρασμα του χρόνου σε σημείο που ο οργανισμός να μην αντιληφθεί ότι ασθένησε.


άλλες γλώσσες
Afrikaans: Siekte
Alemannisch: Krankheit
aragonés: Malautía
Ænglisc: Ādl
العربية: مرض
ܐܪܡܝܐ: ܟܘܪܗܢܐ
অসমীয়া: ৰোগ
asturianu: Enfermedá
Aymar aru: Usu
azərbaycanca: Xəstəlik
башҡортса: Ауырыу
žemaitėška: Lėga
беларуская: Хвароба
беларуская (тарашкевіца)‎: Хвароба
български: Болест
भोजपुरी: रोग
Bahasa Banjar: Garing
bamanankan: Banaw
বাংলা: রোগ
བོད་ཡིག: ན་ཚ།
brezhoneg: Kleñved
bosanski: Bolest
буряад: Үбшэн
català: Malaltia
Mìng-dĕ̤ng-ngṳ̄: Bâng
کوردی: نەخۆشی
čeština: Nemoc
Cymraeg: Clefyd
dansk: Sygdom
Deutsch: Krankheit
English: Disease
Esperanto: Malsano
español: Enfermedad
eesti: Haigus
euskara: Eritasun
estremeñu: Malotia
فارسی: بیماری
suomi: Sairaus
Võro: Tõbi
français: Maladie
Frysk: Sykte
Gaeilge: Galar
贛語:
galego: Doenza
Avañe'ẽ: Mba'asy
客家語/Hak-kâ-ngî: Phiang
עברית: מחלה
हिन्दी: रोग
hrvatski: Bolest
Kreyòl ayisyen: Maladi
magyar: Betegség
interlingua: Maladia
Bahasa Indonesia: Penyakit
Ilokano: Sakit
Ido: Morbo
íslenska: Sjúkdómur
italiano: Malattia
日本語: 病気
Patois: Diziiz
Basa Jawa: Panyakit
ქართული: დაავადება
қазақша: Дерт
ಕನ್ನಡ: ರೋಗ
한국어: 질병
kurdî: Nesaxî
Кыргызча: Оору
Latina: Morbus
Limburgs: Krenkde
lingála: Bokɔnɔ
lietuvių: Liga
latviešu: Slimība
मैथिली: रोग
Basa Banyumasan: Penyakit
Malagasy: Aretina
македонски: Болест
മലയാളം: രോഗം
монгол: Өвчин
मराठी: रोग
Bahasa Melayu: Penyakit
эрзянь: Ормат
Nāhuatl: Cocoliztli
नेपाली: रोग
Nederlands: Ziekte
norsk nynorsk: Sjukdom
norsk: Sykdom
occitan: Malautiá
ਪੰਜਾਬੀ: ਰੋਗ
polski: Choroba
پنجابی: روگ
پښتو: ناروغي
português: Doença
Runa Simi: Unquy
română: Boală
armãneashti: Lângoari
русский: Болезнь
русиньскый: Хворота
саха тыла: Ыарыы
sicilianu: Affizzioni
Scots: Disease
سنڌي: مرض
srpskohrvatski / српскохрватски: Bolest
සිංහල: රෝග
Simple English: Disease
slovenčina: Choroba
slovenščina: Bolezen
Soomaaliga: Cudur
shqip: Sëmundja
српски / srpski: Болест
svenska: Sjukdom
Kiswahili: Ugonjwa
தமிழ்: நோய்
తెలుగు: వ్యాధి
тоҷикӣ: Беморӣ
ไทย: โรค
Tagalog: Sakit
Türkçe: Hastalık
Xitsonga: Mavabyi
татарча/tatarça: Авыру
українська: Хвороба
اردو: مرض
oʻzbekcha/ўзбекча: Kasallik
vèneto: Malatia
Tiếng Việt: Bệnh
walon: Maladeye
Winaray: Sakit
吴语: 疾病
isiXhosa: Isifiso
ייִדיש: קראנקייט
Yorùbá: Àrùn
中文: 疾病
Bân-lâm-gú: Pīⁿ
粵語: