Αρχαιολογία

Νεκρική προσωπίδα, γνωστή ως «Μάσκα του Αγαμέμνονα»

H αρχαιολογία είναι η «μελέτη των αρχαίων πραγμάτων». Ο ακριβής σύγχρονος ορισμός της είναι η «συστηματική μελέτη των υλικών καταλοίπων του απώτερου ή πιο πρόσφατου ανθρώπινου παρελθόντος μέσω της εφαρμογής θεωρίας και μεθόδου»[1]. Ο όρος βέβαια αναπτύχθηκε στην εξελικτική πορεία της επιστήμης για να περιλαμβάνει πολύ περισσότερα πράγματα στο εννοιολογικό της πλαίσιο. Το 1948 ο Γουόλτερ Τέιλορ (Walter Taylor) έδωσε έναν πρώτο ορισμό, γράφοντας πως "η Αρχαιολογία δεν είναι ιστορία, ούτε ανθρωπολογία. Ως αυτόνομη επιστήμη περιλαμβάνει τη δική της μεθοδολογία και εξειδικευμένες τεχνικές, για τη συγκέντρωση ή παραγωγή πολιτισμικής πληροφόρησης", από έρευνα στερεής ύλης και μνημείων του παρελθόντος. Σύμφωνα με τον Μόρτιμερ Γουίλερ «ο αρχαιολόγος φέρνει στο φως όχι πράγματα αλλά ανθρώπους»[2], συνεπώς από αυτή την άποψη θεωρούμενη η αρχαιολογία είναι μελέτη ανθρώπινων λειψάνων του παρελθόντος. Ο όρος «ανθρώπινο παρελθόν» τονίζει το γεγονός ότι η αρχαιολογία δεν μελετά ζώα που έχουν εκλείψει, απολιθώματα ή πετρώματα, καθώς αυτά αποτελούν προϊόν μελέτης της παλαιοντολογίας και της γεωλογίας[1]. Συνεπώς, το χρονικά όριο μελέτης της αρχαιολογίας, σε ό,τι αφορά στο απώτατο παρελθόν, αγγίζει το χρονικό όριο των 2.000.000 ετών π.π.[3]

Πίνακας περιεχομένων

άλλες γλώσσες
Afrikaans: Argeologie
Alemannisch: Archäologie
አማርኛ: ሥነ ቅርስ
aragonés: Arqueolochía
العربية: علم الآثار
asturianu: Arqueoloxía
azərbaycanca: Arxeologiya
башҡортса: Археология
Boarisch: Archäologie
žemaitėška: Arkeuoluogėjė
беларуская: Археалогія
беларуская (тарашкевіца)‎: Археалёгія
български: Археология
brezhoneg: Arkeologiezh
bosanski: Arheologija
català: Arqueologia
Cebuano: Arkeyolohiya
čeština: Archeologie
kaszëbsczi: Archeòlogijô
Cymraeg: Archaeoleg
dansk: Arkæologi
Deutsch: Archäologie
Zazaki: Arkeolociye
emiliàn e rumagnòl: Archeologî
English: Archaeology
Esperanto: Arkeologio
español: Arqueología
euskara: Arkeologia
estremeñu: Arqueologia
suomi: Arkeologia
français: Archéologie
furlan: Archeologjie
Frysk: Archeology
Gàidhlig: Àrc-eòlas
galego: Arqueoloxía
客家語/Hak-kâ-ngî: Kháu-kú-ho̍k
hrvatski: Arheologija
Kreyòl ayisyen: Akeyoloji
magyar: Régészet
interlingua: Archeologia
Bahasa Indonesia: Arkeologi
Interlingue: Archeologia
íslenska: Fornleifafræði
italiano: Archeologia
日本語: 考古学
Basa Jawa: Arkéologi
ქართული: არქეოლოგია
Qaraqalpaqsha: Arxeologiya
қазақша: Археология
kalaallisut: Ittarnisarsiorneq
ភាសាខ្មែរ: បុរាណវិទ្យា
한국어: 고고학
kurdî: Arkeolojî
Кыргызча: Археология
Latina: Archaeologia
Ladino: Arkeolojiya
Lëtzebuergesch: Archeologie
Lingua Franca Nova: Arceolojia
Limburgs: Archeologie
Ligure: Archeologia
lietuvių: Archeologija
latviešu: Arheoloģija
олык марий: Археологий
македонски: Археологија
монгол: Археологи
Bahasa Melayu: Arkeologi
Mirandés: Arqueologie
Napulitano: Archeologgia
Plattdüütsch: Archäologie
Nedersaksies: Ooldheaidkeunde
नेपाल भाषा: पुरातत्व
Nederlands: Archeologie
norsk nynorsk: Arkeologi
norsk: Arkeologi
Nouormand: Archéologie
occitan: Arqueologia
Livvinkarjala: Arheolougii
Picard: Arkéolodjie
polski: Archeologia
português: Arqueologia
română: Arheologie
русский: Археология
русиньскый: Археолоґія
саха тыла: Археология
sicilianu: Archioluggìa
srpskohrvatski / српскохрватски: Arheologija
Simple English: Archaeology
slovenčina: Archeológia
slovenščina: Arheologija
српски / srpski: Археологија
Basa Sunda: Arkéologi
svenska: Arkeologi
Kiswahili: Akiolojia
tetun: Akarolojia
Türkmençe: Arheologiýa
Tagalog: Arkeolohiya
Tok Pisin: Akiolosi
Türkçe: Arkeoloji
українська: Археологія
اردو: آثاریات
oʻzbekcha/ўзбекча: Arxeologiya
vèneto: Archiołogia
Tiếng Việt: Khảo cổ học
West-Vlams: Archeologie
Volapük: Vönotav
Winaray: Arkeyolohiya
მარგალური: არქეოლოგია
ייִדיש: ארכעאלאגיע
Zeêuws: Archeolohie
中文: 考古学
Bân-lâm-gú: Khó-kó͘-ha̍k
粵語: 考古