Ανεξάρτητος (πολιτική)

Με τον όρος Ανεξάρτητος, στην πολιτική, μιλάμε για το άτομο το οποίο δεν συμμετέχει άμεσα σε κάποιο πολιτικό κόμμα. Το πρόσωπο αυτό μπορεί να χαίρει της κοινοβουλευτικής ή προεκλογικής υποστήριξης πολιτικού κόμματος, αλλά παραμένει ανεξάρτητος.


άλλες γλώσσες
العربية: مستقل (سياسة)
azərbaycanca: Partiyasız
Deutsch: Parteiloser
français: Sans étiquette
客家語/Hak-kâ-ngî: Mò-tóng-sit
Bahasa Indonesia: Independen (politikus)
日本語: 無所属
한국어: 무소속
монгол: Бие даагч
मराठी: अपक्ष
Bahasa Melayu: Bebas (ahli politik)
Nederlands: Onafhankelijken
srpskohrvatski / српскохрватски: Nezavisni (politika)
Simple English: Independent (politician)
slovenčina: Nezávislý politik
svenska: Partilös
中文: 無黨籍
Bân-lâm-gú: Bû-tóng-che̍k
粵語: 獨立人士