Ανάκλαση (υπολογιστές)

Στην πληροφορική, ο όρος ανάκλαση (αγγλ. reflection) αναφέρεται στη δυνατότητα ενός προγράμματος υπολογιστή να παρατηρεί και να μεταβάλλει τη δομή και τη συμπεριφορά του κατά την εκτέλεση.[1][2]

Σε στατικές γλώσσες όπως η C/C++ όταν γράφουμε το πρόγραμμα πρώτα το μεταγλωττίζουμε σε γλώσσα μηχανής και στην συνέχεια το τρέχουμε. Καθώς το πρόγραμμα εκτελείται δεν είναι δυνατό να τροποποιηθεί το πρόγραμμα και κάθε αλλαγή θα πρέπει να γίνει στο πηγαίο κώδικα ο οποίος στην συνέχεια θα πρέπει να μεταγλωττιστεί σε γλώσσα μηχανής και να εκτελεστεί. Η ιδέα της ανάκλασης είναι ότι κάνουμε αλλαγές στο κώδικα του προγράμματος την ώρα που αυτό εκτελείται. Για παράδειγμα αν έχουμε μια κλάση μπορούμε την ώρα που το πρόγραμμα τρέχει, μέσω της ανάκλασης, να πάρουμε πληροφορίες για την κλάση και να τροποποιήσουμε την λειτουργία της (π.χ. να τροποποιήσουμε τον κώδικα των συναρτήσεων-μεθόδων).[3] Η ιδέα είναι ότι οι εντολές του προγράμματος αποθηκεύονται σαν δεδομένα τα οποία μπορούν να τροποποιηθούν κατά την διάρκεια εκτέλεσης. Η δυνατότητα να προσθέτουμε νέο εκτελέσιμο κώδικα την ώρα που τρέχει το πρόγραμμα ονομάζεται μεταπρογραμματισμός (metaprogramming).[4]

Η ανάκλαση εφαρμόζεται συνήθως σε γλώσσες υψηλού επιπέδου που τρέχουν σε κάποια εικονική μηχανή όπως η Smalltalk και άλλες γλώσσες σεναρίων όπως η Ruby [3], και λιγότερο σε στατικές γλώσσες όπως η Java, η C, η ML ή η Haskell.

άλλες γλώσσες