Αλκένια

Τα αλκένια είναι, σύμφωνα με IUPAC, ακόρεστοι αλειφατικοί (δηλαδή άκυκλοι) υδρογονάνθρακες με ακριβώς έναν διπλό δεσμό (C=C)[1]. Έχουν βαθμό ακορεστότητας 1. Τα αλκένια αποτελούν ιδιαίτερη χημική ομόλογη σειρά. Ο γενικός χημικός τύπος των αλκενίων είναι CnH2n (n=2,3..)[2]. Βάσει του τύπου αυτού, τα αλκένια είναι ισομερή θέσης με τα κυκλοαλκάνια από τα οποία, όμως, διαφέρουν πολύ στις ιδιότητες. Τα αλκένια έχουν δύο άτομα υδρογόνου (Η) λιγότερα από τα αλκάνια αφού θεωρητικά προκύπτουν από τους κορεσμένους υδρογονάνθρακες αν αφαιρεθούν δύο άτομα Η από γειτονικά άτομα άνθρακα οπότε και οι μονάδες συγγένειας που περισσεύουν δημιουργούν το διπλό δεσμό.Το απλούστερο αλκένιο είναι το αιθένιο (CH2=CH2).

Πολλά εγχειρίδια Χημείας ταυτίζουν τα αλκένια με τις ολεφίνες, όμως οι τελευταίες αποτελούν παλαιότερη κατηγορία που χρησιμοποιεί κυρίως η Χημική Βιομηχανία και είναι ευρύτερη περιλαμβάνοντας όλους τους ακόρεστους υδρογονάνθρακες. Δηλαδή οι ολεφίνες περιλαμβάνουν όχι μόνο τα αλκένια, αλλά και τα αλκίνια, τα αλκαδιένια και κάθε άλλη ομόλογη σειρά υδρογονανθράκων που περιέχουν έναν τουλάχιστον πολλαπλό (διπλό ή τριπλό) δεσμό. Ο γενικός τύπος των αλκενίων δεν ισχύει για όσες ολεφίνες έχουν βαθμό ακορεστότητας > 1. Κάποια άλλα συγγράμματα χρησιμοποιούν τους όρους αλκένια και ολεφίνες ως ταυτόσημους και επιπλέον περιλαμβάνουν στην κατηγορία και τα μόρια με δακτυλίους δηλαδή και τα κυκλοαλκένια.

Πίνακας περιεχομένων

άλλες γλώσσες
Afrikaans: Alkeen
العربية: ألكين
asturianu: Alquenu
azərbaycanca: Alkenlər
беларуская: Алкены
беларуская (тарашкевіца)‎: Алькены
български: Алкен
বাংলা: অ্যালকিন
bosanski: Alken
català: Alquè
کوردی: ئەلکین
čeština: Alkeny
Cymraeg: Alcen
Deutsch: Alkene
English: Alkene
Esperanto: Alkeno
español: Alqueno
eesti: Alkeenid
فارسی: آلکن
suomi: Alkeenit
føroyskt: Alken
français: Alcène
Gaeilge: Ailcéin
galego: Alqueno
עברית: אלקן
हिन्दी: एल्कीन
hrvatski: Alkeni
magyar: Alkének
հայերեն: Ալկեններ
Bahasa Indonesia: Alkena
Ido: Alkeno
íslenska: Alkenar
italiano: Alcheni
日本語: アルケン
ქართული: ალკენი
қазақша: Алкендер
ಕನ್ನಡ: ಆಲ್ಕೀನ್
한국어: 알켄
kurdî: Alken
Latina: Alkenum
lumbaart: Alchen
lietuvių: Alkenas
latviešu: Alkēni
македонски: Алкени
മലയാളം: ആൽക്കീൻ
Bahasa Melayu: Alkena
Nederlands: Alkeen
norsk nynorsk: Alken
norsk: Alkener
ਪੰਜਾਬੀ: ਅਲਕੀਨ
polski: Alkeny
português: Alceno
română: Alchenă
русский: Алкены
Scots: Alkene
srpskohrvatski / српскохрватски: Alken
Simple English: Alkene
slovenčina: Alkén
slovenščina: Alken
shqip: Alkenet
српски / srpski: Алкен (једињење)
Basa Sunda: Alkéna
svenska: Alken
Tagalog: Alkeno
Türkçe: Alken
українська: Алкени
اردو: الکِین
oʻzbekcha/ўзбекча: Alkenlar
Tiếng Việt: Anken
Winaray: Alkeno
中文: 烯烃
文言: 烯烴
粵語: 烯烴