Αλιεία

Αλιείς στον κόλπο του Κοτσί (Kochi), νότιο άκρο της Ινδίας.

Με τον όρο αλιεία, κοινώς ψάρεμα, χαρακτηρίζεται γενικά τόσο η άγρα όσο και η τέχνη (τρόπος) της όλης δραστηριότητας, με την οποία γίνεται η σύλληψη και απόσπαση των ιχθύων και άλλων υδροβίων ζώων από τον βιότοπό τους, (θάλασσες, λίμνες, ποτάμια, ιχθυογενετικούς σταθμούς κλπ), είτε για τροφή είτε για βιομηχανικούς σκοπούς (παραγωγή ιχθυαλεύρων, ελαίων, λιπασμάτων κλπ.).

  • Ετυμολογικά η λέξη προέρχεται από το ουσιαστικό αλιεύς<άλιος"θαλάσσιος"<αλς(η)"θάλασσα". Στην ελληνική γραμματεία, καθαρεύουσα, όλες οι λέξεις αυτές και παράγωγά τους φέρονται δασύτονες.

Γενικά

Το ψάρεμα είναι μια πανάρχαια και παγκόσμια πρακτική με ποικιλία τεχνικών και παραδόσεων που έχουν μεταμορφωθεί εν μέρει από τα σύγχρονα τεχνολογικά επιτεύγματα. Εκτός από το ότι παρέχει μια σημαντική, σε ποιότητα και σε ποσότητα, πηγή τροφής και θέσεις εργασίας, η σύγχρονη αλιεία αποτελεί επίσης μορφή ψυχαγωγίας (η ερασιτεχνική αλιεία), αλλά και επαγγελματικό σπορ. Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία του FAO ο συνολικός αριθμός των αλιέων (μαζί μ' αυτούς που ασχολούνται με τις ιχθυοκαλλιέργειες) ανέρχεται παγκοσμίως σε περίπου 38.000.000 ανθρώπους. Αν μάλιστα προσθέσουμε και τους εργαζόμενους άμεσα ή έμμεσα συνολικά στη βιομηχανία αλιευμάτων ο αριθμός αυτών των ανθρώπων ανέρχεται πλέον στα 200.000.000 παγκοσμίως.[1] . Η παγκόσμια κατά κεφαλήν κατανάλωση αλιευμάτων ανέρχεται σε 14 kg το χρόνο.[2]

άλλες γλώσσες
Afrikaans: Visvang
aragonés: Pesca
Ænglisc: Fiscoþ
العربية: صيد الأسماك
asturianu: Pesca
azərbaycanca: Balıqçılıq
български: Риболов
Bahasa Banjar: Maunjun
brezhoneg: Peskerezh
bosanski: Ribolov
català: Pesca
کوردی: ڕاوەماسی
čeština: Rybolov
Cymraeg: Pysgota
Deutsch: Fischerei
English: Fishing
Esperanto: Fiŝkaptado
español: Pesca
eesti: Kalapüük
euskara: Arrantza
suomi: Kalastus
Gaeilge: Iascaireacht
Gàidhlig: Iasgach
galego: Pesca
Avañe'ẽ: Pirakutu
ગુજરાતી: માછીમારી
עברית: דיג
hrvatski: Ribolov
magyar: Halászat
Bahasa Indonesia: Penangkapan ikan
Ido: Peskado
íslenska: Fiskveiðar
日本語:
Basa Jawa: Mancing
Kabɩyɛ: Pɔɔ cɔlʋʋ
한국어: 어로
Кыргызча: Кайырмак
Latina: Piscatus
Lëtzebuergesch: Fëscherei
Limburgs: Vèsserij
lietuvių: Žūklė
latviešu: Zvejošana
македонски: Риболов
Nāhuatl: Michmāliztli
Napulitano: Pesca
Plattdüütsch: Fischeree
Nedersaksies: Visserieje
नेपाली: माछा पालन
Nederlands: Visserij
norsk nynorsk: Fiske
norsk: Fiske
Nouormand: Pêque
occitan: Pesca
Picard: Péqueu
português: Pesca
Runa Simi: Challwa hap'iy
română: Pescuit
русский: Рыбная ловля
Kinyarwanda: Uburobyi
саха тыла: Балыктааһын
sicilianu: Pisca
Scots: Fishin
srpskohrvatski / српскохрватски: Ribolov
Simple English: Fishing
slovenčina: Rybolov
slovenščina: Ribolov
српски / srpski: Риболов
svenska: Fiske
Kiswahili: Uvuvi
Türkçe: Balıkçılık
українська: Рибальство
oʻzbekcha/ўзбекча: Baliq ovlash
vepsän kel’: Kalatez
Tiếng Việt: Ngư nghiệp
walon: Pexhe
Winaray: Pangingisdâ
中文: 捕魚
粵語: 捉魚