Αλιεία

Αλιείς στον κόλπο του Κοτσί (Kochi), νότιο άκρο της Ινδίας.

Με τον όρο αλιεία, κοινώς ψάρεμα, χαρακτηρίζεται γενικά τόσο η άγρα όσο και η τέχνη (τρόπος) της όλης δραστηριότητας, με την οποία γίνεται η σύλληψη και απόσπαση των ιχθύων και άλλων υδροβίων ζώων από τον βιότοπό τους, (θάλασσες, λίμνες, ποτάμια, ιχθυογενετικούς σταθμούς κλπ), είτε για τροφή είτε για βιομηχανικούς σκοπούς (παραγωγή ιχθυαλεύρων, ελαίων, λιπασμάτων κλπ.).

  • Ετυμολογικά η λέξη προέρχεται από το ουσιαστικό αλιεύς<άλιος"θαλάσσιος"<αλς(η)"θάλασσα". Στην ελληνική γραμματεία, καθαρεύουσα, όλες οι λέξεις αυτές και παράγωγά τους φέρονται δασύτονες.
άλλες γλώσσες
Afrikaans: Visvang
aragonés: Pesca
Ænglisc: Fiscoþ
العربية: صيد الأسماك
asturianu: Pesca
azərbaycanca: Balıqçılıq
تۆرکجه: بالیقچیلیق
български: Риболов
Bahasa Banjar: Maunjun
brezhoneg: Peskerezh
bosanski: Ribolov
català: Pesca
کوردی: ڕاوەماسی
čeština: Rybolov
Cymraeg: Pysgota
English: Fishing
Esperanto: Fiŝkaptado
español: Pesca
eesti: Kalapüük
euskara: Arrantza
suomi: Kalastus
Gaeilge: Iascaireacht
Gàidhlig: Iasgach
galego: Pesca
Avañe'ẽ: Pirakutu
ગુજરાતી: માછીમારી
עברית: דיג
hrvatski: Ribolov
magyar: Halászat
Bahasa Indonesia: Penangkapan ikan
Ido: Peskado
íslenska: Fiskveiðar
日本語:
Basa Jawa: Mancing
Kabɩyɛ: Pɔɔ cɔlʋʋ
한국어: 어로
Latina: Piscatus
Lëtzebuergesch: Fëscherei
Limburgs: Vèsserij
lietuvių: Žūklė
latviešu: Zvejošana
македонски: Риболов
Nāhuatl: Michmāliztli
Napulitano: Pesca
Plattdüütsch: Fischeree
Nedersaksies: Visserieje
नेपाली: माछा पालन
Nederlands: Visserij
norsk nynorsk: Fiske
norsk: Fiske
Nouormand: Pêque
occitan: Pesca
Picard: Péqueu
português: Pesca
Runa Simi: Challwa hap'iy
română: Pescuit
русский: Рыбная ловля
Kinyarwanda: Uburobyi
саха тыла: Балыктааһын
sicilianu: Pisca
Scots: Fishin
srpskohrvatski / српскохрватски: Ribolov
Simple English: Fishing
slovenčina: Rybolov
slovenščina: Ribolov
српски / srpski: Риболов
svenska: Fiske
Kiswahili: Uvuvi
Türkçe: Balıkçılık
українська: Рибальство
oʻzbekcha/ўзбекча: Baliq ovlash
vepsän kel’: Kalatez
Tiếng Việt: Ngư nghiệp
walon: Pexhe
Winaray: Pangingisdâ
中文: 捕魚
粵語: 捉魚