Ύπατος (Αρχαία Ρώμη)

O όρος «ύπατος» χρησιμοποιείται στο παρόν λήμμα και για τους πραίτορες της περιόδου προ του 305 π.Χ.
Ο Φλάβιος Αναστάσιος Πρόμπος, ύπατος της Ανατολικής Αυτοκρατορίας κατά το 537. Ανάγλυφο από το υπατικό του δίπτυχο, Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας.

O ύπατος (λατινικά: consul) ήταν αξίωμα της Αρχαίας Ρώμης. Κάθε χρόνο εκλέγονταν δύο ύπατοι, οι οποίοι αναλάμβαναν από κοινού - με δικαίωμα αρνησικυρίας του ενός στις αποφάσεις του άλλου - τη διακυβέρνηση της πόλης και της ιταλικής χερσονήσου. Αλλά και οι εκτός Ιταλίας περιοχές, οι αποκαλούμενες επαρχίες, πολύ συχνά διοικούνταν από πρώην υπάτους.

Κατά τη ρεπουμπλικανική περίοδο οι ύπατοι ήταν οι ανώτατοι άρχοντες του κράτους για το έτος της θητείας τους, το οποίο έπαιρνε τα ονόματά τους. Σε καιρό ειρήνης είχαν διευρυμένες αρμοδιότητες στους τομείς της διοίκησης, της νομοθεσίας και της δικαιοσύνης. Ασκούσαν επίσης συγκεκριμένα θρησκευτικά καθήκοντα που απαιτούσαν υψηλόβαθμο κρατικό στέλεχος. Στον πόλεμο ήταν οι αρχηγοί του στρατού και αυτοί που ερμήνευαν τους θεϊκούς οιωνούς πριν ξεκινήσει η μάχη.

Κατά την αυτοκρατορική και βυζαντινή εποχή οι περισσότερες εξουσίες του θεσμού αφαιρέθηκαν (ιδιαίτερα όσες είχαν να κάνουν με το στρατό) και πέρασαν στην αρμοδιότητα του αυτοκράτορα. Το αξίωμα εξακολούθησε να υφίσταται με υψηλό ηθικό κύρος αλλά μειωμένη πολιτική - στρατιωτική ισχύ.

Ιστορία του θεσμού

Σύμφωνα με την παράδοση, μετά την εκδίωξη του τελευταίου Ετρούσκου βασιλιά της Ρώμης (509 π.Χ.) και την εγκαθίδρυση της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, οι Ρωμαίοι αντικατέστησαν το βασιλιά με δύο εκλεγμένους άνδρες, τους πραίτορες (praetor: ηγέτης, στρατηγός). Το 305 π.Χ. οι πραίτορες μετονομάσθηκαν σε υπάτους - ο τίτλος του πραίτορα παρέμεινε σε χρήση, αλλά με εντελώς διαφορετικές αρμοδιότητες και περιεχόμενο (βλ.λ. πραίτορας).

Οι ύπατοι εκλέγονταν από την Comitia Centuriata, ένα όργανο που αποτελείτο σχεδόν αποκλειστικά από πλούσιους γαιοκτήμονες. Αρχικά επιλέξιμοι ήταν μόνο οι πατρίκιοι άνω των 41 ετών, μέχρι που το 367 π.Χ. ορίσθηκε ότι τουλάχιστον ένας εκ των δύο έπρεπε να είναι πληβείος. Η αποκλειστική επιλεξιμότητα των πατρικίων τον πρώτο καιρό αμφισβητείται πάντως από αρκετούς ιστορικούς, οι οποίοι φέρνουν ως επιχείρημα ότι το 30% των υπάτων στην προ-367 εποχή έχει ονόματα που παραπέμπουν σε οικογένειες πληβείων. Ενδέχεται δηλαδή να μην ίσχυε ποτέ αποκλεισμός των κατωτέρων τάξεων από το αξίωμα, αλλά απλά οι πατρίκιοι να το μονοπωλούσαν, δεδομένου μάλιστα ότι κυριαρχούσαν στο σώμα που εξέλεγε τους υπάτους.

Μέχρι τον 1ο αι. π.Χ., καθ' όλη δηλαδή τη ρεπουμπλικανική περίοδο, η θέση του υπάτου ήταν το κορυφαίο κρατικό αξίωμα και συνήθως αποτελούσε το επιστέγασμα μιας επιτυχημένης πολιτικής-στρατιωτικής σταδιοδρομίας. Στη συνέχεια εκφυλίσθηκε - συχνά κάποιος ύπατος έβλεπε το αξίωμα ως σκαλοπάτι για να διορισθεί ευκολότερα έπαρχος (ανθύπατος ή λεγάτος αντιστράτηγος). Υπάρχουν έτσι περιπτώσεις αξιωματούχων που υπηρέτησαν για λίγες μόνο ημέρες, με αποκορύφωμα το 190 μ.Χ. όταν από τις δύο θέσεις υπάτων πέρασαν 25 διαφορετικοί άνδρες.

Κατά τα ύστερα ρωμαϊκά χρόνια, ο Μέγας Κωνσταντίνος μετακίνησε τον έναν ύπατο από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη. Όταν εν συνεχεία ο Θεοδόσιος Α' χώρισε την αυτοκρατορία σε δύο μέρη, ο διορισμός κάθε υπάτου πέρασε στην αρμοδιότητα του αντίστοιχου αυτοκράτορα. Το αξίωμα διατηρήθηκε με λίγες αρμοδιότητες στην Πόλη, ανάμεσα σε αυτές η απόδοση δικαιοσύνης[1], έως την εποχή του Λέοντος του Σοφού, ο οποίος το μετέβαλε σε τίτλο ευγενείας, αποδιδόμενο συνήθως σε ηγεμόνες υποτελών περιοχών.

άλλες γλώσσες
Afrikaans: Konsul (Rome)
Alemannisch: Consulat
asturianu: Cónsul romanu
azərbaycanca: Konsul (Qədim Roma)
brezhoneg: Konsul
bosanski: Konzul
català: Cònsol romà
čeština: Římský konzul
dansk: Consul
Deutsch: Consulat
English: Roman consul
español: Cónsul romano
فارسی: کنسول روم
Frysk: Konsul
hrvatski: Rimski konzul
magyar: Consul
Հայերեն: Կոնսուլ
interlingua: Consule
Bahasa Indonesia: Konsul Romawi
Ido: Konsulo
日本語: 執政官
ქართული: კონსული
한국어: 집정관
kurdî: Konsul
Latina: Consul
lietuvių: Konsulas (Roma)
latviešu: Konsuls (Roma)
македонски: Римски конзул
Bahasa Melayu: Tribun konsul
Plattdüütsch: Kunsel (Rom)
Nederlands: Consul (Rome)
norsk nynorsk: Romersk konsul
română: Consul
srpskohrvatski / српскохрватски: Konzul
Simple English: Roman consul
slovenščina: Rimski konzul
српски / srpski: Конзул (магистрат)
svenska: Konsul (Rom)
Tagalog: Konsulado
Türkçe: Konsül (Roma)
татарча/tatarça: Konsul
oʻzbekcha/ўзбекча: Konsul
Tiếng Việt: Quan chấp chính