Άζωτο

Άζωτο
ΆνθρακαςΆζωτοΟξυγόνο
-

Ν

P
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif

Electron shell 007 Nitrogen (el).svg
Κατανομή ηλεκτρονίων ανά στοιβάδα στο Άζωτο

Liquidnitrogen.jpg
Υγρό άζωτο

Ιστορία
Ταυτότητα του στοιχείου
Όνομα, σύμβολοΆζωτο (Ν)
Ατομικός αριθμός (Ζ)7
ΚατηγορίαΑμέταλλα
ομάδα, περίοδος,
τομέας
VA (15) ,2, p
Σχετική ατομική
μάζα (Ar)
14,0067
Ηλεκτρονική
διαμόρφωση
1s2 2s2 2p3
Αριθμός CAS7727-37-9
Ατομικές ιδιότητες
Ατομική ακτίνα92 pm
Ομοιοπολική ακτίνα75 pm (N-)
65 pm (N=)
58 pm (N≡)
Ηλεκτραρνητικότητα3,04 (κλίμακα Pauling)
Κυριότεροι αριθμοί
οξείδωσης
0, ±3, ±5
Ενέργειες ιονισμού1.402,3 kJ/mole (N → N+ + e-)
2.856 kJ/mole (N+ → N2+ + 2e-)
4.858,1 kJ/mole (N2+ → N3+ + 3e-)
Φυσικά χαρακτηριστικά
Σημείο τήξης-209,86 °C (63,29 K)
Σημείο βρασμού-195,79 °C (77,36 K)
Πυκνότητα1,2506 kg/m3 (0 °C, 1 atm)
Ενθαλπία τήξης0.72 kJ·mol−1
Ενθαλπία εξάτμισης5.56 kJ·mol−1
Ειδική θερμοχωρητικότητα29.124 J·mol−1·K−1 (25 °C) (N2)
Μαγνητική συμπεριφοράδιαμαγνητικό
Η κατάσταση αναφοράς είναι η πρότυπη κατάσταση (25°C, 1 Atm)
εκτός αν σημειώνεται διαφορετικά

Το άζωτο (λατινικά: nitrogenium, αγγλικά: nitrogen) είναι το χημικό στοιχείο με χημικό σύμβολο N και ατομικό αριθμό 7. Είναι το ελαφρύτερο «πνικτογόνο», δηλαδή είναι το ελαφρύτερο χημικό στοιχείο της ομάδας 15 (πρώην VA) του περιοδικού πίνακα.Το χημικά καθαρό στοιχειακό άζωτο, στη συνηθισμένη διατομική αλλομορφή του και στις κανονικές συνθήκες περιβάλλοντος, δηλαδή σε θερμοκρασία 25°C και υπό πίεση 1 atm, είναι διαφανές, άχρωμο, άοσμο και άγευστο αέριο. Το άζωτο είναι συνηθισμένο χημικό στοιχείο στο σύμπαν, εφόσον θεωρείται το πέμπτο πιο διαδεδομένο συστατικό του σύμπαντος[1], ενώ εκτιμάται ότι είναι 7ο σε αφθονία στο Γαλαξία μας και στο ηλιακό σύστημα. Στη Γη αποτελεί περίπου το 77% της ατμόσφαιρας του πλανήτη μας, και από αυτήν την άποψη είναι το πιο άφθονο ελεύθερο χημικό στοιχείο (στον πλανήτη). Ελεύθερο άζωτο (δηλαδή «διάζωτο», εφόσον αποτελείται από διατομικά μόρια) έχει βρεθεί σε μετεωρίτες, στον ήλιο, σε άλλα άστρα και νεφελώματα, ενώ είναι επίσης βασικό συστατικό της ατμόσφαιρας του Τιτάνα. Ενωμένο βρίσκεται σε όλους τους ζωντανούς ιστούς με τη μορφή πρωτεϊνών, αμινοξέων και άλλων χημικών ενώσεων. Επίσης, στην ατμόσφαιρα, στο νερό της βροχής και των θαλασσών, στο έδαφος και στα περιττώματα των ζώων με τη μορφή οξειδίων, αμμωνίας, νιτρικού οξέος, νιτρικών και αμμωνιακών αλάτων.

Το στοιχειακό άζωτο ανακαλύφθηκε ως ένα διαχωρίσιμο συστατικό του ατμοσφαιρικού αέρα από τον Σκώτο φυσικό Ντάνιελ Ράδερφορντ (Daniel Rutherford) το 1772.

Πολλές σημαντικές βιομηχανικές ενώσεις, τόσο ανόργανες, όπως η αμμωνία (ΝΗ3) και το νιτρικό οξύ (HNO3), όσο και οργανικές, όπως οι νιτροενώσεις (RNO2, που είναι προωθητικά και εκρηκτικά) και τα νιτρίλια (RCN), περιέχουν άζωτο. Ο εξαιρετικά ισχυρός τριπλός δεσμός του στοιχειακού διαζώτου (N≡N) κυριαρχεί στη χημεία του αζώτου, κάνοντας δύσκολη τη μετατροπή του στοιχειακού αζώτου σε χρήσιμες ενώσεις του, τόσο για τη βιομηχανία όσο και για τους ζωντανούς οργανισμούς. Για τον ίδιο λόγο η έκλυση του απελευθερώνει μεγάλη ποσότητα χρήσιμης (όταν είναι επιθυμητή) ενέργειας, όταν αζωτούχες ενώσεις καίγονται, εκρήγνυνται ή απλά διασπώνται παράγοντας αέριο στοιχειακό άζωτο. Συνθετικά, η αμμωνία και τα νιτρικά είναι νευραλγικής σημασίας για βιομηχανικά λιπάσματα, αλλά ομοίως και νευραλγικής σημασίας ρυπαντές, προκαλώντας πολλές φορές ευτροφισμό σε υδάτινα οικοσυστήματα.

Εκτός από τις κύριες εφαρμογές των αζωτούχων ενώσεων σε λιπάσματα και αποθήκες ενέργειας, το άζωτο σχηματίζει ευέλικτες οργανικές ενώσεις. Το άζωτο είναι μέρος των υλικών που είναι γνωστά ως υφαντικά Kevlar και ως κυανακρυλική υπερ-κόλλα. Το άζωτο είναι συστατικό για ενώσεις που χρησιμοποιούνται σε κάθε κύρια φαρμακολογική ομάδα, συμπεριλαμβανομένων των αντιβιοτικών. Πολλά φάρμακα είναι μιμητικά ή πρόδρομες ενώσεις φυσικών αζωτούχων ενώσεων. Για παράδειγμα, οι οργανικές νιτροενώσεις όπως η νιτρογλυκερίνη και το νιτροπρουσσίδιο ελέγχουν την πίεση του αίματος μεταβολιζόμενα στο φυσικά υπάρχον οξείδιο του αζώτου. Τα φυτικά αλκαλοειδή, που συχνά χρησιμοποιούνται ως αμυντικές ενώσεις, περιέχουν εξ' ορισμού άζωτο, οπότε πολλά αξιοσημείωτα αζωτούχα φάρμακα, όπως η καφεΐνη και η μορφίνη είτε είναι αλκαλοειδή, είτε είναι συνθετικά μιμητικά που δρουν, όπως κάνουν πολλά φυτικά αλκαλοειδή, πάνω στους υποδοχείς των ζωικών νευροδιαβιβαστών. Το τελευταίο ισχύει π.χ. για τις συνθετικές αμφεταμίνες.

Το άζωτο υπάρχει σε όλους τους οργανισμούς, κυρίως στα αμινοξέα, στις πρωτεΐνες και στα νουκλεϊκά οξέα, δηλαδή το DNA και το RNA. Το ανθρώπινο σώμα περιέχει περίπου 7% κατά μάζα άζωτο, που είναι το 4ο σε αφθονία χημικό στοιχείο στο σώμα, μετά από το οξυγόνο (O), τον άνθρακα (C) και το υδρογόνο (H). Ο κύκλος του αζώτου περιγράφει την κίνηση του στοιχείου από την ατμόσφαιρα στη βιόσφαιρα και μετά πίσω στην ατμόσφαιρα.

Η νανοτεχνολογία ερευνά εφαρμογές σε διάφορες τεχνητές αλλοτροπικές μορφές και χημικές ενώσεις μοριακού μεγέθους της τάξης των νανομέτρων.

άλλες γλώσσες
Afrikaans: Stikstof
Alemannisch: Stickstoff
አማርኛ: ናይትሮጅን
aragonés: Nitrochén
العربية: نيتروجين
অসমীয়া: নাইট্ৰ'জেন
asturianu: Nitróxenu
azərbaycanca: Azot
تۆرکجه: نیتروژن
башҡортса: Азот
žemaitėška: Azuots
беларуская: Азот
беларуская (тарашкевіца)‎: Азот
български: Азот
भोजपुरी: नाइट्रोजन
བོད་ཡིག: ཟེ་རླུང་།
brezhoneg: Nitrogen
bosanski: Dušik
català: Nitrogen
Mìng-dĕ̤ng-ngṳ̄: Dâng
Cebuano: Nitroheno
ᏣᎳᎩ: ᎾᎢᏠᏤᏂ
کوردی: نایترۆجین
corsu: Azotu
qırımtatarca: Azot
čeština: Dusík
Чӑвашла: Азот
Cymraeg: Nitrogen
dansk: Kvælstof
Deutsch: Stickstoff
English: Nitrogen
Esperanto: Nitrogeno
español: Nitrógeno
eesti: Lämmastik
euskara: Nitrogeno
فارسی: نیتروژن
suomi: Typpi
føroyskt: Køvievni
français: Azote
Nordfriisk: Stikstoof
furlan: Azôt
Frysk: Stikstof
Gaeilge: Nítrigin
贛語:
Gàidhlig: Naitridean
galego: Nitróxeno
ગુજરાતી: નત્રલવાયુ
Gaelg: Neetragien
客家語/Hak-kâ-ngî: Tham
Hawaiʻi: Naikokene
עברית: חנקן
हिन्दी: नाइट्रोजन
Fiji Hindi: Nitrogen
hrvatski: Dušik
hornjoserbsce: Dusyk
Kreyòl ayisyen: Azòt
magyar: Nitrogén
հայերեն: Ազոտ
interlingua: Nitrogeno
Bahasa Indonesia: Nitrogen
Ilokano: Nitroheno
Ido: Nitro
íslenska: Köfnunarefni
italiano: Azoto
日本語: 窒素
Patois: Naichojen
la .lojban.: trano
Basa Jawa: Nitrogen
ქართული: აზოტი
Kabɩyɛ: Azɔɔtɩ
Gĩkũyũ: Nitrogen
қазақша: Азот
ភាសាខ្មែរ: អាសូត
ಕನ್ನಡ: ಸಾರಜನಕ
한국어: 질소
Ripoarisch: Stickstoff
kurdî: Nîtrojen
коми: Азот
Кыргызча: Азот
Latina: Nitrogenium
Lëtzebuergesch: Stéckstoff
лезги: Азот
Limburgs: Stikstof
Ligure: Azoto
lumbaart: Azoto
lingála: Azoti
lietuvių: Azotas
latviešu: Slāpeklis
Māori: Hauota
македонски: Азот
മലയാളം: നൈട്രജൻ
монгол: Азот
मराठी: नत्रवायू
кырык мары: Азот
Bahasa Melayu: Nitrogen
Malti: Ażotu
မြန်မာဘာသာ: နိုက်ထရိုဂျင်
эрзянь: Азот
Nāhuatl: Ehēcatehuiltic
Plattdüütsch: Stickstoff
नेपाली: नाइट्रोजन
नेपाल भाषा: नाइट्रोजन
Nederlands: Stikstof (element)
norsk nynorsk: Nitrogen
norsk: Nitrogen
Novial: Nitrogene
occitan: Azòt
Livvinkarjala: Azot
Ирон: Азот
ਪੰਜਾਬੀ: ਨਾਈਟਰੋਜਨ
Kapampangan: Nitrogen
Papiamentu: Nitrogeno
polski: Azot
Piemontèis: Asòt
پنجابی: نائیٹروجن
português: Azoto
Runa Simi: Qullpachaq
română: Azot
armãneashti: Azotu
русский: Азот
русиньскый: Азот
संस्कृतम्: नैट्रोजन्
sicilianu: Azzotu
Scots: Nitrogen
srpskohrvatski / српскохрватски: Dušik
Simple English: Nitrogen
slovenčina: Dusík
slovenščina: Dušik
chiShona: Nitrogen
Soomaaliga: Nitrojiin
shqip: Azoti
српски / srpski: Азот
Seeltersk: Stikstof
Basa Sunda: Nitrogén
svenska: Kväve
Kiswahili: Nitrojeni
தமிழ்: நைட்ரசன்
తెలుగు: నత్రజని
тоҷикӣ: Азот
Tagalog: Nitroheno
Türkçe: Azot
татарча/tatarça: Азот
ئۇيغۇرچە / Uyghurche: ئازوت
українська: Азот
oʻzbekcha/ўзбекча: Azot
vèneto: Azoto
vepsän kel’: Azot
Tiếng Việt: Nitơ
Winaray: Nitroheno
吴语:
хальмг: Нитроҗен
ייִדיש: אזאט
Yorùbá: Nítrójìn
中文:
文言:
Bân-lâm-gú: Chit-sò͘
粵語: