Άγριο κύμινο

Κάρον το κυμινοειδές,
Άγριο κύμινο, Αγριοκύμινο
(Carum carvi)
Κάρον το κυμινοειδές (Carum carvi), εικονογράφηση από τον Köhler.
Κάρον το κυμινοειδές (Carum carvi), εικονογράφηση από τον Köhler.
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο:Φυτά (Plantae)
(Aνιεράρχητη
βαθμίδα
):
Αγγειόσπερμα (Angiosperms)
(Aνιεράρχητη
βαθμίδα
):
Ευδικοτυλήδονα (Eudicots)
(Aνιεράρχητη
βαθμίδα
):
Αστερίδες (Asterids)
Τάξη:Σελινώδη (Apiales)
Οικογένεια:Απιίδες (Apiaceae) ή Σκιαδοφόρα (Umbelliferae)
Γένος:Carum
Είδος:Κ. το κυμινοειδές (C. carvi)
Διώνυμο
Κάρον το κυμινοειδές
(Carum carvi)

Κάρολος Λινναίος (L.)

Το Κάρον το κυμινοειδές (Carum carvi), επίσης γνωστό και ως άγριο κύμινο ή αγριοκύμινο είναι ένα διετές φυτό της οικογένειας των Απιίδων (Apiaceae) ή Σκιαδοφόρων (Umbelliferae),[1] ιθαγενές στη δυτική Ασία, την Ευρώπη και τη Βόρεια Αφρική.

Το φυτό είναι παρόμοιο σε εμφάνιση με τα άλλα μέλη της οικογένειας του καρότου, με λεπτά διαιρεμένα φτερωτά φύλλα, με τις σαν νήμα διαιρέσεις, που μεγαλώνει σε μίσχους των 20-30 εκατοστών. Το κύριο ανθικό στέλεχος έχει ύψος 40-60 εκατοστά, με μικρά λευκά ή ροζ λουλούδια σε σκιάδια. Οι καρποί από το άγριο κύμινο (οι οποίοι αποκαλούνται λανθασμένα σπόροι), είναι σχήματος ημισελήνου, με αχαίνια μήκους περίπου 2 χιλ., με πέντε αχνές χαρακιές.

άλλες γλώσσες
Afrikaans: Karwy
Alemannisch: Kümmel
العربية: كروياء
asturianu: Carum carvi
azərbaycanca: Adi zirə
تۆرکجه: عادی زیره
Boarisch: Kimme
žemaitėška: Kvīns
беларуская: Кмен звычайны
български: Ким
བོད་ཡིག: གོ་སྙོད།
bosanski: Kim
català: Alcaravia
Cebuano: Carum carvi
čeština: Kmín kořenný
kaszëbsczi: Zwëczajny kmink
Cymraeg: Carwy
dansk: Kommen
dolnoserbski: Garba
ދިވެހިބަސް: ފަރިހި ދަމުއި
English: Caraway
Esperanto: Karvio
español: Carum carvi
euskara: Txarpoil
فارسی: زیره
suomi: Kumina
Na Vosa Vakaviti: Carum carvi
français: Carvi
Nordfriisk: Köömen
Gaeilge: Cearbhas
galego: Carvea
हिन्दी: शाहजीरा
hrvatski: Kim
hornjoserbsce: Kimjelčka
Հայերեն: Քիմիոն
Bahasa Indonesia: Jintan
íslenska: Kúmen
italiano: Carum carvi
한국어: 캐러웨이
kurdî: Jaj
Latina: Carum carvi
latviešu: Pļavas ķimene
മലയാളം: കരിഞ്ചീരകം
मराठी: शहाजिरे
Bahasa Melayu: Jintan
မြန်မာဘာသာ: ကရဝေး
Nederlands: Karwij
norsk nynorsk: Karve
norsk: Karve
Piemontèis: Carum carvi
پښتو: زيره
português: Carum carvi
română: Chimen
саха тыла: Анньыыс
srpskohrvatski / српскохрватски: Kim
Simple English: Caraway
slovenčina: Rasca lúčna
slovenščina: Kumina
shqip: Qimnoni
српски / srpski: Ким
svenska: Kummin
తెలుగు: కరం కర్వె
тоҷикӣ: Карвиё
татарча/tatarça: Ак әнис
українська: Кмин звичайний
vèneto: Kumo
Tiếng Việt: Carum carvi
Winaray: Carum carvi
中文: 葛縷子